Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μελισσοκομικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μελισσοκομικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 16 Απριλίου 2021

Rhamnus alaternus, L.



Κοινή ονομασία: Ράμνος ο αλάτερνος, Χρυσόξυλον, Φιλύκα, Λευκάγκαθο, Κιτρινόξυλο, Ελαίτρινος, Αμπαλόρος, Λατσιχερά, Λατσιχερά, Καψουλιά, Καζουλόρραχος, Γρυνόξυλο, Γρουσόξυλον,  Alaterne, Mediterranean Buckthorn.

Οικογένεια: Rhamnaceae

Συνώνυμα: Rhamnus alaternus L. subsp. Alaternus - Rhamnus myrtifolia Willk. -Rhamnus clusii Willd.



Περιγραφή: Είναι σφαιρικός, αειθαλής θάμνος με ύψος 3- 5 μέτρα και διάμετρο 1,5 -2 μέτρα. Οι νεαροί βλαστοί έχουν κόκκινο χρώμα. Τα φύλλα είναι γυαλιστερά, πράσινα, δερματώδη, ελλειπτικά ή ωοειδή με οδοντωτά χείλη, αντίθετα 2-5 εκατοστά. Τα άνθη έχουν πρασινοκίτρινο χρώμα και εκφύονται σε ταξιανθίες βότρυ στις μασχάλες νεαρών βλαστών. Τα αρσενικά με 4 στήμονες και ένα υποανάπτυκτο ύπερο, τα δε θηλυκά με μία πολύχωρη ωοθήκη, όρθια σέπαλα και ψηλό στύλο που καταλήγει σε τετραμερές στίγμα. Ανθίζει από τον Φεβρουάριο έως τον Απρίλιο. Ο καρπός είναι ράγα κόκκινος που αργότερα γίνεται μαύρος με 2 έως 4 σπόρους.

Βιότοπος: Αναπτύσσεται σε ηλιόλουστες και ημισκιερές θέσεις, ακόμα και σε ξηρά, παραθαλάσσια και φτωχά εδάφη Θαμνότοπους, βραχώδη πλαγιές, ξέφωτα δασών, ακαλλιέργητοι αγροί και παρυφές καλλιεργούμενων αγρών, ελαιώνες, πρανή δρόμων, έως 700 μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας.



Εξάπλωση – Καταγωγή: Φυτό της παραμεσόγειας ζώνης (Χάρτης από The Euro+Med PlantBase).

Πληροφορίες: Το Rhamnus alaternus L. μοιάζει πολύ με το Phillyrea latifoglia L., με το οποίο μοιράζεται εν μέρει το βιότοπο. Οι κύριες διαφορές είναι ότι Το Phillyrea latifoglia L. έχει πάντα αντίθετα φύλλα, πάντα τετράμετρα άνθη με πέταλα και ξύλο που εάν χαράσσεται δεν εκπέμπει δυσάρεστη οσμή. Είναι καλό μελισσοκομικό φυτό που δίνει άφθονη γύρη αλλά και νέκταρ σε μια δύσκολη εποχή. Καλλωπιστικό φυτό.


0

Δευτέρα 9 Νοεμβρίου 2020

Pinus heldreichii, H. Christ

Κοινή ονομασία: Ρόμπολο, Πεύκη του Χελδράιχ, Λευκόδερμη πεύκη, Βοσνιακό πεύκο, Bosnian pine, whitebark pine, Heldreich pine

Οικογένεια: Pinaceae

Συνώνυμα: Pinus leucodermis Antoine - Pinus heldreichii subsp. leucodermis (Antoine) E. Murray - Pinus heldreichii var. leucodermis (Antoine) Fitschen - Pinus heldreichii var. pancicii Fukarek

Περιγραφή: Δέντρο ύψους μέχρι 30 μέτρα, ενίοτε θαμνόμορφο σε μεγάλα υψόμετρα. Η κόμη του είναι ωοειδής-κωνική, με κλαδιά σε νεαρή ηλικία ανορθούμενα. Ο φλοιός του είναι γκριζόλευκος, ο οποίος σε μεγάλης ηλικίας δέντρα σχίζεται και σχηματίζει μικρά ρομβοειδή ή πολυγωνικά λέπια. Η διάμετρος του κορμού ξεπερνάει τα 2 μέτρα.  Οι κλαδίσκοι είναι γκρίζοι, γυμνοί και ανάγλυφα φολιδωτοί, λόγω της παρουσίας προσκεφάλαιων μετά την πτώση των βελονών. Οι οφθαλμοί είναι ωοειδείς, με απότομα οξυμένη λευκή κορυφή, χωρίς ρητίνη. Οι βελόνες φύονται σε ζεύγη μήκους 6-10 cm, είναι σκουροπράσινες, κυρτές και δύσκαμπτες. Σχηματίζουν φούντες που περιβάλλουν τους κλαδίσκους. Οι αρσενικοί κωνίσκοι είναι ωοειδείς και κίτρινοι, ενώ οι θηλυκοί ερυθροϊώδεις. Η άνθηση γίνεται κατά τον Απρίλιο-Μάιο. Οι κώνοι, μήκους 6-8 cm, είναι ωοειδείς, απόδισκοι ή σχεδόν απόδισκοι. Τα καρπόφυλλα είναι δερματώδη, έχουν απόφυση με πτυχώσεις και ομφαλό που καταλήγει σε μικρό οξύ αγκάθι. Η ωρίμανση γίνεται κατά τον Σεπτέμβριο-Οκτώβριο του δεύτερου έτους από την επικονίαση. Τα σπέρματα έχουν πτερύγιο μήκους 2,5 cm.

Βιότοπος: Είναι το πλέον ψυχρόβιο από τα αυτοφυή είδη πεύκης. Αναπτύσσεται σε αβαθή πετρώδη εδάφη σε ασβεστολιθικά ή υπερβασικά πετρώματα και σπανιότερα σε γρανίτες. Συχνά, σε χαμηλότερα υψόμετρα απαντάται σε μικτά δάση με τη μαύρη πεύκη, ενώ σε μεγάλα υψόμετρα σχηματίζει αμιγές δάσος. Σε υψόμετρο από 1.300 έως 2.600 m.

Εξάπλωση - Καταγωγή: Η P. heldreichii εμφανίζεται σποραδικά σε όρη της Βαλκανικής χερσονήσου και στη νότια Ιταλία (Καλαβρία). Η σημερινή της εξάπλωση θεωρείται υπολειμματική, σε σχέση με ευρύτερη της προπαγετωνικής περιόδου. Είναι είδος βραδυαυξές, προσαρμοσμένο στις συνθήκες της υπαλπικής ζώνης των υψηλών βουνών της Βαλκανικής. Υπάρχουν διάσπαρτοι μικροί πληθυσμοί P. heldreichii που επιβιώνουν σε βραχώδεις ασβεστολιθικές πλαγιές σε υψόμετρα 2.200-2.650 m. Στην Ελλάδα εμφανίζεται στη Β. Πίνδο, το Βούρινο, το Βέρμιο, τον Όρβηλο και τον Όλυμπο.

Πληροφορίες:  Το Pinus heldreichii, είναι το δένδρο που απαντάται στο μεγαλύτερο υψόμετρο από οποιοδήποτε άλλο στα όρη της Β. Ελλάδας. Πρόκειται για ένα από τα πιο ψυχρόβια είδη, λιτοδίαιτο και φωτόφιλο, το οποίο σχηματίζει χαμηλότερα μεικτές συστάδες και σε μεγάλο υψόμετρο αμιγείς, πάνω σε ασβεστόλιθους, σερπεντίνη ή γρανίτη. Η υψομετρική του κατανομή ξεκινάει από τα 1.300 m και φτάνει στα 2.300 m, ενώ στον Όλυμπο σε υψόμετρο 2.600 m σχηματίζει, σε νανώδη μορφή, τα υψηλότερα δεντροόρια της Βαλκανικής (Strid, 1980, Ντάφης, 1989, Boratynski et al., 1992).


Κοράκης Γ. 2015. Δασική Βοτανική – Αυτοφυή Δέντρα και Θάμνοι της Ελλάδας. Ελληνικά Ακαδημαϊκά Ηλεκτρονικά Συγγράμματα και Βοηθήματα 620 σελίδες

0

Κυριακή 8 Νοεμβρίου 2020

Buxus sempervirens, L.

Κοινή ονομασία: Πύξος ο αειθαλής, Πυξός, Πυξάρι, Τσιμισήρι, Τσιμσίρι, buxo, boxe, boix, Boxwood.

Οικογένεια: Buxaceae

Συνώνυμα: Buxus myrtifolia Lam.

Περιγραφή: Αειθαλής θάμνος, αργής ανάπτυξης, με κόμη ελλειψοειδούς μέχρι σφαιρικής μορφής, πολύ πυκνής βλάστησης, φτάνει σε ύψος τα 2-3 m και ίδιας περίπου διαμέτρου. Τα φύλλα του είναι απλά, μικρά, ακέραια, αντίθετα, σκληρά, δερματώδη, γυαλιστερά, σκουροπράσινα στην πάνω επιφάνεια, ανοιχτότερου πράσινου χρωματισμού στην κάτω, σε πολύ πυκνή διάταξη πάνω στο βλαστό. Τα άνθη είναι μονογενή, ασήμαντα, πολύ μικρά, πράσινα κιτρινωπά, σε μικρές μασχαλιαίες ταξιανθίες. Κάθε θύσανος έχει ένα επάκριο θηλυκό με 5 έως 6 πέταλα και τα υπόλοιπα με 4 πέταλα αρσενικά και εμφανίζονται τον Απρίλιο. Ο καρπός είναι καστανόχρωμη κάψα.

Βιότοπος: Απαντάται σε ηλιόλουστες και σε ημισκιερές τοποθεσίες, σε δάση κυρίως δρυός μαζί με σχίνους, ακόμη και σε φτωχά μετρίως υγρά, καλά στραγγιζόμενα εδάφη, πλούσια σε ασβέστιο, σερπετινικά και σε υψόμετρο μέχρι 1600 μέτρα. Είναι ανθεκτικό σε χαμηλές θερμοκρασίες.

Εξάπλωση - Καταγωγή: Στην δυτική και νότια Ευρώπη, ΒΔ Αφρική και ΝΔ Ασία.



Πληροφορίες: Στο γένος Buxus ανήκουν περισσότερα από 70 αειθαλή είδη, κυρίως θάμνων και λίγων μικρών δένδρων, αργής ανάπτυξης, ιθαγενών σε πολλά μέρη της υφηλίου. Τα είδη κατατάσσονται σε τρεις ομάδες, στην πρώτη ανήκουν τα ιθαγενή γένη της Ευρασίας, στη δεύτερη αυτά της Αφρικής και της Μαδαγασκάρης και στη τρίτη τα Αμερικανικά.  Από όλα τα είδη μόνο το Buxus sempervirens χρησιμοποιείται σαν καλλωπιστικό φυτό. Έχουν μάλιστα δημιουργηθεί περισσότερες από 200 ποικιλίες αυτού του είδους, που είναι αυτοφυές στη χώρα μας.

Οι κυριότερες ποικιλίες είναι:

Buxus sempervirens ‘Rotundifolia’. Ποικιλία σχετικά γρήγορης ανάπτυξης, από το τυπικό είδος, έχει φύλλα σχεδόν στρογγυλά. Είναι η συχνότερα χρησιμοποιούμενη ποικιλία.

Buxus sempervirens ‘Myrtifolia’. Νάνα ποικιλία με ύψος που φτάνει το 0,7 έως 1 m και φύλλα πάρα πολύ μικρά (6-20 mm).

Buxus sempervirens ‘Suffruticosa’ syn. Buxus pulina. Ποικιλία με νάνα ανάπτυξη και με πολύ μικρά φύλλα, και κόμη σφαιρικής μορφής, ιδανικό για πολύ χαμηλές μπορντούρες. Πολύ βραδείας ανάπτυξης, μόλις 2 cm το χρόνο, μπορεί να διατηρηθεί σε ύψος μέχρι 15 cm.

Είναι πρώτη πηγή γύρης για τις μέλισσες και δίνει κίτρινη γύρη και πορτοκαλί μέλι.

Όλα τα μέρη του φυτού είναι δηλητηριώδη, ιδιαίτερα τα φύλλα και ο φλοιός.

0

Παρασκευή 27 Σεπτεμβρίου 2019

Teucrium Chamaedrys, L.


Κοινή ονομασία: Τεύκριο χαμαιδρύς, Λαγοκοιμιθιά, Λαγοτσιμιθιά, Αντωναίδα, Χαμαιδρυά, Βοτάνι της Αγάπης, Βοτάνι της Παναγίας, Wall germander, germander.

Οικογένεια: Lamiaceae
Συνώνυμα: Teucrium multiflorum L. - Teucrium veronicifolium Salisb.

Περιγραφή: Πολυετής μικρός θάμνος, με ξυλώδεις βλαστούς στην βάση, πράσινο-γκριζωπούς ή καφέ χρώματος, πολύ τριχωτούς ειδικά σε ορεινές περιοχές. Το ριζικό σύστημα είναι έντονα διακλαδισμένο και παράγει πολλούς λεπτούς όρθιους ανθοφόρους βλαστούς 20-30 (40) εκατοστά ύψος. Τα φύλλα είναι έντονα, σκούρα πράσινα, δερματώδη, αντίθετα, οξύληκτα, οδοντωτά τα χαμηλότερα με κοντό μίσχο. Τα άνθη είναι ρόδινα σε σπονδύλους. Ανθίζει Μάιο έως Αύγουστο.
Βιότοπος: Απαντάται σε πετρώδεις πλαγιές και ορεινά λιβάδια 300-2300 μέτρα.
Εξάπλωση - Καταγωγή: Μεσογειακό είδος με ευρύτερη εξάπλωση προς τα βόρεια.
Πληροφορίες: Το φυτό είναι γνωστό για την ηπατοτοξικότητά του αν και χρησιμοποιήστε ευρέως για δίαιτες. Η Teucrin A και η Teuchamaedryn A είναι τα κύρια τοξικά συστατικά του διτερπενοειδούς κλάσματος του T. Chamaedrys*.
*Gori L, Galluzzi P, Mascherini V, Gallo E, Lapi F, Firenzuoli F, et al. Two Contemporary Cases of Hepatitis Associated with Teucrium Chamaedrys L. Decoction Use.  Case Reports and Review of Literature. Basic Clin.  Pharmacol.  Toxicol, 2011; 109(6): 521-526.
Ετυμολογία chamaedrys (χαμαί + δρυς) = χαμηλά στο έδαφος και από τα φύλλα του που μοιάζουν με της δρυός. 

0

Πέμπτη 26 Σεπτεμβρίου 2019

Tripodion tetraphyllum, (L.) Fourr.


Κοινή ονομασία: Τριπόδιο το τετράφυλλο, Annual Kidney Vetch
Οικογένεια: Fabaceae 
Συνώνυμα: Anthyllis tetraphylla L. - Physanthyllis tetraphylla (L.) Boiss.

Περιγραφή: Ετήσιο ποώδες, χνουδωτό φυτό με έρποντες βλαστούς διακλαδισμένους από τη βάση 10-40 εκατοστά μήκος. που έχουν τρία μικρά Τα φύλλα είναι σύνθετα με τέσσερα ή πέντε παράφυλλα. Το μέγεθος του τερματικού φυλλαρίου είναι σχεδόν τρεις φορές μεγαλύτερο από αυτό των άλλων. Τα άνθη φύονται στις μασχάλες των φύλλων, κίτρινα με λευκό πέτασο. Χέδρωπας ± περικλειόμενος στον μόνιμο κάλυκα, κάλυκας Κάλυκας μεγάλος, τριχωτός, διογκωμένος με 5 ± ίσους οδόντες. Ανθίζει από τον Απρίλιο έως τον Ιούνιο. Ο καρπός είναι χέδρωπας με τρίχες που περιέχει δύο σπέρματα. Το περικάρπιο του καρπού έχει πολύ λεπτό και μεταξένιο ιστό.
Βιότοπος: Φύεται σε βραχώδης ασβεστολιθικές περιοχές, φρύγανα, σε ακαλλιέργητους αγρούς, στις παρυφές των δρόμων, σε χαμηλά υψόμετρα.
Εξάπλωση - Καταγωγή: Είναι μεσογειακό φυτό με ευρεία εξάπλωση στην Ελλάδα
Πληροφορίες: Τριπόδιο από επειδή το φυτό συχνά έχει τρεις βλαστούς διατεταγμένους έτσι ώστε να μοιάζει με τα πόδια ενός τρίποδου. Η ποικιλία του αριθμού των φυλλαρίων εξηγεί τα δύο συγκεκριμένα επιθέματα: tetraphyllum (του Linnaeus) και pentaphyllum (του Bauhin).


0

Κυριακή 22 Σεπτεμβρίου 2019

Rhus coriaria, L.


Κοινή ονομασία: Ρους ο βυρσοδεψικός, Σουμάκι, Ρούδι, Βρύσο, Βυρσιά, Tanner's Sumach, Sicilian Sumac
Οικογένεια: Anacardiaceae
Συνώνυμα: Rhus cotinus L. - Toxicodendron coriaria (L.) Kuntze -- Rhus ornifolia Pall. ex Gueldenst
Περιγραφή: Αειθαλής (πιο σπάνια φυλλοβόλος) θάμνος ή μικρό δέντρο έως 3 μέτρα ύψος. Τα φύλλα είναι εναλλασσόμενα, σύνθετα, περιττόληκτα δερματώδη. Τα φυλλάρια είναι ωοειδή έως επιμήκη, με περίμετρο οδοντωτή. Τα άνθη είναι μικρά, 5μερή, τα οποία σχηματίζουν μασχαλιαίες ή ακραίες φόβες 10 εκατοστά. Ανθίζει από Ιούλιο έως Αύγουστο. Ο καρπός είναι δρύπη.
Βιότοπος: Σε περιοχές με υψόμετρο από 800 έως 1400 μέτρα.
Εξάπλωση - Καταγωγή: Απαντάται σε όλη σχεδόν τη Μεσόγειο με το εύρος του είδους να έχει πλέον αναγνωριστεί ως το Τατζικιστάν και το Ουζμπεκιστάν (IUCN, 2007).
Πληροφορίες: Η ονομασία Ρούδι προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη ρους ενώ η ονομασία σουμάκι από την αραβική summaq που σημαίνει κόκκινο. Χρησιμοποιείται ευρέως στην κουζίνα της ανατολής όπου πολλές φορές το χρησιμοποιούν αντί για λεμόνι ή ξύδι. Παλαιότερα χρησιμοποιείτο στην βυρσοδεψία.


0

Σάββατο 7 Ιουλίου 2018

Salvia argentea, L.


Κοινή ονομασία: Σάλβια η αργυρή, Silver Sage
Οικογένεια: Lamiaceae
Συνώνυμα: Salvia alpestris Hausskn. ex Nyman; Salvia argentea subsp. patula (Desf.) Maire - Salvia atlantica Pers. - Salvia aurasiaca Pomel - Salvia patula Desf. - Salvia rhodopea Velen. - Salvia saccata Pourr. ex Willk. & Lange - Salvia suaveolens Pomel; Salvia tmolea Boiss. - Sclarea argentea (L.) Mill.;

Περιγραφή:  Διετής ή πολυετής πόα με διακλαδισμένο βλαστό που φτάνει τα 70 εκατοστά ύψος. Τα φύλλα είναι απλά μακρόμισχα, έχουν μια αργυρόχρωμη εμφάνιση, είναι μεγάλα με βελούδινη υφή, καλυμμένα με πυκνό χνούδι και βρίσκονται κυρίως στην βάση. Το έλασμα τους είναι ελλειπτικό ωοειδές με την περίμετρο ανώμαλα οδοντωτή. Η ταξιανθία είναι αραιά διακλαδισμένη αδενωδώς τριχωτή και ιδιαίτερα κολλώδης. Σπόνδυλοι με 4-8 άνθη με τα βράκτια μικρότερα ή ίσια με τον κάλυκα. Στεφάνη περίπου 3 εκατοστά, λευκή με μικρές τρίχες και άμισχους αδένες. Το άνω χείλος είναι δρεπανοειδές με το στίγμα να εξέρχεται μακρύτερο από τους στήμονες.
Βιότοπος: Πετρώδης ξηρές θέσεις, σάρες και παρυφές δρόμων έως τα από 1500 έως 2200 μέτρα υψόμετρο.
Εξάπλωση - Καταγωγή: Είναι ενδημικό φυτό της Μεσογείου και στην Ελλάδα απαντάται από τα βόρεια έως την Πελοπόννησο.
Πληροφορίες: Η Salvia argentea είναι καλλωπιστικό φυτό, που χρησιμοποιείται κυρίως για το φύλλωμα του. Το όνομα του είδους argentea σημαίνει ασημένια. Είδος με μεγάλη ομοιότητα είναι η S. aethiopis.





0

Σάββατο 9 Ιουνίου 2018

Salvia sclarea, L.


Κοινή ονομασία: Σάλβια η ερυθρανθής, Άγιος Γιάννης, Γοργόγιαννη

Οικογένεια: Lamiaceae
Συνώνυμα: Aethiopis sclarea (L.) Fourr. - Salvia altilabrosa Pan - Salvia calostachya Gand. - Salvia coarctata Vahl - Salvia foetida Lam. - Salvia haematodes Scop., nom. illeg. - Salvia lucana Cavara & Grande - Salvia pamirica Gand. - Salvia simsiana Schult. - Salvia turkestanica Noter - Sclarea tingitana (Etl.) Raf. - Sclarea vulgaris Mill.








0

Σάββατο 17 Ιουνίου 2017

Lonicera etrusca, Santi

 Κοινή ονομασία: Λονικέρα η ετρούσκη, αγριοαγιόκλημα, ποντιτζιά, αγιόκλημα, Etruscan Honeysuckle.
Οικογένεια: Caprifoliaceae
Συνώνυμα: 
 
Περιγραφή: Ξυλώδης αναρριχώμενος ημιαειθαλής θάμνος με πολύκλαδους, πορφυρούς βλαστούς μήκους μέχρι 4 μέτρα. Τα φύλλα του είναι απλά αντίθετα, ελλειπτικά, αντωοειδή, χνοώδη σε γλαυκοπράσινο χρώμα. Τα ανώτερα δυο ζεύγη συνήθως περίβλαστα που σχηματίζουν δίσκο. Τα άνθη του είναι ερμαφρόδιτα, εύοσμα, με χρώμα λευκό ως ωχροκίτρινο (μερικές φορές πορφυρό) 10-15 σε ποδισκοφόρο επάκριο κεφάλιο. Ο στύλος και οι στήμονες προεξέχουν της στεφάνης. Ανθίζει από Μάιο έως Ιούλιο.
Βιότοπος: Σε θαμνώνες, πευκοδάση και βραχώδεις θέσεις σε μακκί από 400 έως 1000 μέτρα.
Εξάπλωση - Καταγωγή: Φυτό των παραμεσόγειων περιοχών επεκτεινόμενο μέχρι τον Καύκασο.

Πληροφορίες: Η διαφορά του από το caprifolium είναι η παρουσία ποδίσκου πριν την ταξιανθία. Το όνομα του γένους δόθηκε από τον Λινναίο προς τιμήν του Γερμανού βοτανολόγου Adam Lonitzer (1528-1586).

0

Κυριακή 16 Απριλίου 2017

Anchusella variegata, (L.) Bigazzi, Nardi & Selvi

Κοινή ονομασία: Άγχουσα η ποικιλόχρωμη.
Οικογένεια: Boraginaceae
Συνώνυμα: Lycopsis variegata L. - Anchusa variegata (L.) Lehm., Lycopsis variegata L.
Περιγραφή: Είναι πολυετές φυτό. με ερυθρό έρπον βλαστό, αδρότριχο, που μπορεί να φθάσει τα 30 εκατοστά ύψος. Τα φύλλα είναι ωοειδή, επιμήκη λογχοειδή, οδοντωτά με βλεφαρίδες και φέρουν χαρακτηριστικά λευκά εξογκώματα. Τα κάτω λεπτότερα προς το μίσχο ενώ τα ανώτερα επιφυή περίβλαστα. Τα άνθη φέρονται σε ταξιανθία συμπαγή βοστρύχου, με βράκτια ίσια ή μακρύτερα του κάλυκα. Ο κάλυκας έχει 5 λογχοειδής λοβούς. Η στεφάνη έχει πέντε άνισα μικρά λευκά στην αρχή πέταλα, με ερυθρά, ιώδη ή γαλάζια στίγματα. Στην συνέχεια τα πέταλα γίνονται ερυθρά. Ο καρπός είναι κάρυο μελανού χρώματος. Ανθίζει από Ιανουάριο έως Μάιο.
Βιότοπος: Ασβεστολιθικούς βράχους, πετρώδεις τοποθεσίες, πρανή, αναβαθμίδες και χαντάκια. έως 1200 μέτρα.
Εξάπλωση - Καταγωγή: Ενδημικό της Ν. Ελλάδας, του Ν. Αιγαίου, Ν. Ιονίου και Κρήτης.

Πληροφορίες: Είναι φυτό με ποικιλοχρωμία στα άνθη όπως προδίδει και το όνομά του A. variegata. Τα νεαρά φυτά είναι εδώδιμα.

0

Κυριακή 2 Απριλίου 2017

Primula vulgaris Huds. subsp. vulgaris

Κοινή ονομασία: Πρίμουλα η κοινή,δρακάκι, πασχαλούδα, Primrose
Οικογένεια: Primulaceae
Συνώνυμα:  Primula acaulis Hill 1765 - Primula veris var. acaulis L.

Περιγραφή: Πολυετές μικρό φυτό, μέχρι 30 εκατοστά ύψος. Τα φύλλα σχηματίζουν ρόδακα, είναι αντωοειδή, ελαφρά οδοντωτά πολύ στενά στη βάση τους, με τραχιά ανάγλυφη επιφάνεια. Τα άνθη είναι ωχροκίτρινα εύοσμα, με μακρύ ποδίσκο 4 εκατοστά διάμετρο. Ο κάλυκας είναι χνουδωτός με μήκος το μισό της στεφάνης και καταλήγει σε 5 οξύληκτους λοβούς. Ενδιαφέρον γεγονός είναι ότι τα άνθη είναι μονήρη, με τα αρσενικά και θηλυκά όργανα να βρίσκονται σε ξεχωριστά λουλούδια. Ο καρπός είναι ωοειδής κάψα, που διαρρηγνύεται και περιέχει πολυάριθμους σπόρους. Ανθίζει από τον Ιανουάριο έως τον Απρίλιο.
Βιότοπος: Απαντάται σε ξέφωτα δασών, υγρά λιβάδια από τα 400 έως 1800 μέτρα υψόμετρο.
Εξάπλωση - Καταγωγή: Εξαπλώνεται στην Ευρώπη, Βόρεια Αφρική και τον Καύκασο. Στην Ελλάδα το συναντάμε στην ηπειρωτική χώρα και την Κρήτη.
Πληροφορίες: Το όνομα του γένους προέρχεται από τη λατινική λέξη «Primus»=πρώτη, υποδεικνύοντας την πρώιμη ανθοφορία. Καλλωπιστικό φυτό κυρίως λόγω της πρώιμης ανθοφορίας του.
 



0

Πέμπτη 29 Σεπτεμβρίου 2016

Erica forskalii, Vitman

 Κοινή ονομασία: Ερείκη η σπονδυλωτή, Ρείκι, σουσούρα, πυρένι, κόκκινο ρείκι, χαμορείκι, autumn heather.
Οικογένεια: Ericaceae
Συνώνυμα: Erica manipuliflora Salisb.

Περιγραφή:  Αειθαλής θάμνος, χωρίς συμπαγής κόμη, όρθια με ύψος 1-3 μέτρα. Τα φύλλα του είναι μικρά, άμισχα, δερματώδη αυλακωτά στην κάτω επιφάνεια, επιμήκη-ελλειψοειδή και φύονται σε σπονδύλους 3-4 μαζί. Τα άνθη αρωματικά με ανοιχτό ρόδινο χρώμα που μοιάζουν σαν μικροσκοπικές καμπάνες. Το φυτό εμφανίζει πλούσια ανθοφορία το φθινόπωρο.
Βιότοπος: Φύεται με άλλα φρύγανα στην μακκία βλάστηση και προτιμά τα ασβεστώδη εδάφη έως τα 1100 μέτρα.
Εξάπλωση - Καταγωγή: Απαντάται σε ολόκληρη την Μεσόγειο έως και την Ανατολική Αφρική
Πληροφορίες: Έχει ιδιαίτερη καλλωπιστική αξία, προτιμά ηλιόλουστες τοποθεσίες και όξινα εδάφη. Είναι πολύ ανθεκτικό στην ξηρασία και στις χαμηλές θερμοκρασίες. Το γένος Erica περιλαμβάνει περισσότερα από 500 είδη. Ορισμένα από αυτά είναι ιθαγενή της Ευρώπης αλλά και της χώρας μας. Είναι από τα πλέον διαδεδομένα μελισσοκομικά φυτά και το μέλι  που παράγεται είναι εξαιρετικής ποιότητας.




0



Οι φωτογραφίες είναι ιδιοκτησία των συντακτών του phytologio.blogspot.com. Μπορείτε να εκτυπώσετε φωτογραφίες για προσωπική χρήση, υπό την προϋπόθεση ότι το λογότυπο δεν θα απομακρύνεται. Σε εργασίες και παρουσιάσεις θα γίνεται αναφορά στην ιστοσελίδα μας. Εάν σας ενδιαφέρει να χρησιμοποιήσετε καποια φωτογραφία σε μια δημοσίευση, παρακαλούμε επικοινωνήστε μαζί μας.

Από το Blogger.

Ετικέτες

Φυτά ( 250 ) Φαρμακευτικά ( 134 ) Κηποτεχνία ( 99 ) Μελισσοκομικά ( 59 ) Θάμνοι ( 44 ) Ζιζάνια ( 40 ) Εδώδιμα ( 32 ) Asteraceae ( 26 ) Αρωματικά ( 26 ) Lamiaceae ( 25 ) Βιοφυτοφάρμακα ( 24 ) Τοπία ( 22 ) Χασμόφυτα ( 22 ) Μανιτάρια ( 17 ) Brassicaceae ( 16 ) Υδρόβια ( 15 ) Ενδημικά ( 14 ) Boraginaceae ( 13 ) Ορχιδέες ( 12 ) Fabaceae ( 10 ) Ranunculaceae ( 8 ) Rosaceae ( 8 ) Δένδρα ( 8 ) Euphorbiaceae ( 7 ) Apiaceae ( 6 ) Campanulaceae ( 6 ) Hypericaceae ( 6 ) Papaveraceae ( 6 ) Plantaginaceae ( 6 ) Παράσιτα ( 6 ) Amaryllidaceae ( 5 ) Caryophyllaceae ( 5 ) Iridaceae ( 5 ) Scrophulariaceae ( 5 ) Anacardiaceae ( 4 ) Caprifoliaceae ( 4 ) Liliaceae ( 4 ) Orobanchaceae ( 4 ) Asphodelaceae ( 3 ) Geraniaceae ( 3 ) Malvaceae ( 3 ) Urticaceae ( 3 ) Αλλόχθονα ( 3 ) Αρθρογραφία ( 3 ) Amanitaceae ( 2 ) Araceae ( 2 ) Asparagaceae ( 2 ) Crassulaceae ( 2 ) Cyperaceae ( 2 ) Ericaceae ( 2 ) Gentianaceae ( 2 ) Oleaceae ( 2 ) Oxalidaceae ( 2 ) Paeoniaceae ( 2 ) Plumbaginaceae ( 2 ) Polygonaceae ( 2 ) Rubiaceae ( 2 ) Sapindaceae ( 2 ) Thymelaeaceae ( 2 ) Υπερσυσσωρευτές ( 2 ) Acanthaceae ( 1 ) Adoxaceae ( 1 ) Aristolochiaceae ( 1 ) Bankeraceae ( 1 ) Boletaceae ( 1 ) Buxaceae ( 1 ) Cactaceae ( 1 ) Capparaceae ( 1 ) Cistaceae ( 1 ) Colchicaceae ( 1 ) Convolvulaceae ( 1 ) Cornaceae ( 1 ) Cucurbitaceae ( 1 ) Fistulinaceae ( 1 ) Ganodermataceae ( 1 ) Gesneriaceae ( 1 ) Hericiaceae ( 1 ) Hydrophyllaceae ( 1 ) Lentibulariaceae ( 1 ) Linaceae ( 1 ) Lobariaceae ( 1 ) Morchellaceae ( 1 ) Morinaceae ( 1 ) Onagraceae ( 1 ) Phallaceae ( 1 ) Pinaceae ( 1 ) Poaceae ( 1 ) Primulaceae ( 1 ) Rafflesiaceae ( 1 ) Resedaceae ( 1 ) Rhamnaceae ( 1 ) Smilacaceae ( 1 ) Tamaricaceae ( 1 ) Typhaceae ( 1 ) Verbenaceae ( 1 ) Violaceae ( 1 ) Viscaceae ( 1 ) Βρύα ( 1 ) Κτηνοτροφικά. ( 1 ) Λειχήνες ( 1 ) Πτεριδόφυτα ( 1 ) Σαρκοφάγα ( 1 )

Αναγνώστες

Popular Posts

Translate

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Συνολικές προβολές σελίδας