Κυριακή, 22 Νοεμβρίου 2015

Olea europea, L.



Κοινή ονομασία: Ελιά, Olive

Οικογένεια: Oleaceae

Συνώνυμα: Olea europaea L. subsp. oleaster (Hoffmanns. & Link) Negodi



Περιγραφή: Αειθαλές δένδρο, μέτριου ρυθμού ανάπτυξης, με σφαιρική μορφή κόμης, φθάνει το ύψος των 10-15 m και ίδιας περίπου διαμέτρου, ανάλογα με την ποικιλία. Το ριζικό σύστημα είναι εκτεταμένο και επιφανειακό εξασφαλίζοντας στήριξη και τροφή ακόμα και σε βραχώδες έδαφος. Ο κορμός είναι λείος μέχρι την ηλικία των 20 ετών, σταχτοπράσινος, αργότερα γίνεται ανώμαλος, ρυτιδωμένος, καφέ χρωματισμού. Στα δένδρα πολύ μεγάλης ηλικίας παρουσιάζονται συχνά φθορές στο εγκάρδιο ξύλο και σχηματίζονται γλυφές και διάφορα κοιλώματα, που προσδίνουν στον κορμό ξεχωριστή καλλωπιστική αξία. Τα φύλλα είναι απλά, αντίθετα, λογχοειδή δερματώδη, σκούρα πράσινα στην πάνω επιφάνεια, γκρίζα ανοιχτόχρωμα στην κάτω. Τα άνθη είναι λευκά - υποκίτρινα σε βοτρυώδεις ταξιανθίες, που βγαίνουν στη βλάστηση του προηγουμένου χρόνου και εμφανίζονται το Μάιο – Ιούνιο. Ο καρπός είναι δρύπη και παίρνει χρώμα μαύρο κατά την πλήρη ωρίμανση. Το μέγεθος και σχήμα διαφέρει ανάλογα με την ποικιλία.


Βιότοπος: Φυτό που ξεχωρίζει για την μεγάλη διάρκεια ζωής και τις χαμηλές απαιτήσεις σε θρεπτικά στοιχεία νερό και έδαφος. Προτιμά περιβάλλον ξηρά και άνυδρο ενώ είναι ευαίσθητη στις χαμηλές θερμοκρασίες. Μεταξύ των οπωροφόρων δέντρων είναι ένα από τα πιο ανθεκτικά είδη στην αλατότητα και μπορεί να καλλιεργηθεί κοντά σε ακτές και μέχρι τα 900 μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας.


Εξάπλωση - Καταγωγή: Είναι φυτό των παραμεσόγειων περιοχών με μεγάλη εξάπλωση τα τελευταία χρόνια σε ολόκληρο τον πλανήτη. 


Πληροφορίες: Είναι ενδιαφέρον να υπογραμμιστεί ότι η ελιά είναι το μόνο φρούτο από το οποίο εξάγεται λάδι, τα άλλα έλαια στην πραγματικότητα εξάγονται με χημικές ή φυσικές διεργασίες από σπόρους. Οι ελιές είναι πάντα ένα σημαντικό συστατικό της μεσογειακής κουζίνας, καθώς και το λάδι που προσδίδει γεύση σε μαγειρεμένα και ωμά τρόφιμα. Το πολυτιμότερο ελαιόλαδο είναι το έξτρα παρθένο που εκθλίβεται χωρίς θερμότητα και χημικούς διαλύτες ενώ έχει χαμηλό ποσοστό οξύτητας (περίπου 1%). Πιστεύεται ότι η τακτική κατανάλωση του ελαιολάδου μειώνει τον κίνδυνο των διαταραχών του κυκλοφορικού και της καρδιάς. Λάδι και ελιές ποικίλουν σε μεγάλο βαθμό στη γεύση, ανάλογα με την ποικιλία, τη στιγμή της συλλογής και τεχνικές επεξεργασίας. Το λάδι προστίθεται σε καλλυντικά, αλοιφές, σαπούνια και σκευάσματα για το δέρμα και τα μαλλιά. Στο παρελθόν το λάδι χρησιμοποιήθηκε επίσης για φωτισμό στα λυχνάρια. Δεσπόζουσα θέση έχει η ελιά στην ελληνική μυθολογία και ιστορία.
Σήμερα γνωρίζουμε ότι η καλλιέργεια της ελιάς πηγαίνει πολύ πέρα από τη Μεσόγειο. Γνωρίζουμε επίσης, ότι μαζί με την ελιά έχει εξαπλωθεί σε όλο τον κόσμο μια εμπειρία 6.000 χρόνων, μια πολιτιστική διατροφική συνήθεια, που βασίζεται στο φρούτο της σοφίας, που ανακαλύφθηκε από τη σύγχρονη επιστήμη και ονομάζεται «μεσογειακή διατροφή».
Ίσως κανένα φυτό δεν είναι τόσο αδικημένο καλλωπιστικά στη χώρα μας, όσο η ελιά. Θαυμάσιο σχήμα, υπέροχο χρώμα φύλλων, αειθαλές και χρήσιμο. Συνδεδεμένο τόσο με την παράδοση μας όσο και με το τοπίο, αποτελεί μια από τις πιο αξιόπιστες και σίγουρες λύσεις.
 
Η αγριελιά είναι υποείδος της ελιάς (Olea europea oleaster), ιθαγενές των παραμεσογείων περιοχών, αποτελεί πληθυσμό με πολλές παραλλαγές. Αναπτύσσεται συνήθως σαν θάμνος ή σαν μικρό δένδρο. Έχει φύλλα πολύ μικρά, σκούρα πράσινα στην πάνω επιφάνεια, ανοιχτού χρωματισμού στην κάτω. Είναι αρκετά ανθεκτικό στην ατμοσφαιρική ρύπανση, στην ξηρασία, στα ασβεστώδη εδάφη και στα υδροσταγονίδια της θάλασσας.


Στις φωτογραφίες παρουσιάζεται η ποικιλία ελιάς Μανάκι που καλλιεργείται κυρίως στην περιοχή της Αργολίδας στην Πελοπόννησο. Θεωρείται ένα από τα καλύτερα και περισσότερο αναγνωρίσιμα Ελληνικά Ελαιόλαδα. Η γλυκύτητα που το διακρίνει, η πλούσια γεύση του και η ήπια υφή του, χαρίζουν μια απολαυστική εμπειρία σε μαγειρεμένα και ωμά τρόφιμα.



0

Clathrus ruber, P. Micheli ex Pers.


Κοινή ονομασία: Κιγκλίδωμα το ερυθρό. Φαναράκι, άτεκνο, Witch heart, Red cage or Red lantern mushroom



Οικογένεια: Phallaceae

ΣυνώνυμαClathrus cancellatus Tourn. ex Fr. (1823)


Περιγραφή: Συνηθισμένο σαπροφυτικό μανιτάρι, μεσαίου μεγέθους, με ιδιαίτερη εμφάνιση σε σχήμα φαναριού και χρώμα κόκκινο. Είναι εύκολο στην ταυτοποίηση με διάμετρο 3 έως 6 εκατοστά και ύψος: 5 έως 10. Αρχικά εμφανίζεται με την μορφή αυγού με ελαφρά πτυχωτό λευκό περίβλημα και λευκά ριζόμορφα. Στην συνέχεια αναδύεται το δικτυωτό σπογγώδες πλέγμα που αποτελεί το σώμα του. Οι εσωτερικές επιφάνειες είναι επικαλυμμένες με μια βλέννα έντονα δύσοσμη, απωθητική, που προσελκύει τις μύγες και άλλα έντομα τα οποία στη συνέχεια διασκορπίζουν τα σπόρια του μανιταριού. Εμφανίζεται άνοιξη και Φθινόπωρο 

Βιότοπος: Είναι σχετικά κοινό μανιτάρι σε δάση πλατύφυλλων φυλλοβόλων, κωνοφόρων και κήπους όπου είναι υγρό το έδαφος. 

Εξάπλωση - Καταγωγή: Κοινό σε ολόκληρη τη Μεσόγειο, από όπου έχει εξαπλωθεί στη βόρεια Ευρώπη και στη Βόρεια Αμερική μέσω της ανθρώπινης δραστηριότητας. 

Πληροφορίες: Η φωτογραφίες είναι από την λίμνη Ζηρού



0

Opuntia ficus-indica, (L.) Mill.



Κοινή ονομασία: Οπούντια η ινδική συκή, φραγκοσυκιά, παπουτσοσυκιά, Tuna, Barbary Fig.

Οικογένεια: Cactaceae

Συνώνυμα


Περιγραφή: Είναι ένας ακανθώδης θάμνος με παχείς σκληρούς βλαστούς (κακτοειδές) και μπορεί να φτάσει σε ύψος τα 3-5 μέτρα. Ο βλαστός σχηματίζεται από πολλά φυλλοκλάδια, με σχήμα πεπλατυσμένο ελλειψοειδές, τριγωνικό που χρησιμεύουν ως αποθηκευτικός χώρος νερού για να αντέχει στην ξηρασία. Τα φύλλα έχουν μετατραπεί σε μικρά βελονοειδή αγκάθια, εύπτωτα. Ο καρπός είναι ράγα κίτρινος στην αρχή και ροδοκόκκινος όταν ωριμάσει Έχει σχήμα απιοειδές, ωοειδές, με μικρά αγκάθια που φύονται σε ομάδες, σαν χνούδι, στην επιφάνειά του Τα άνθη είναι άμισχα μεγάλα διγενή, μονήρη και φύονται κατά κανόνα στην κορυφή των φυλλοκλαδίων. Έχουν έντονο κίτρινο, ή πορτοκαλί χρυσίζον χρώμα. Τα σέπαλα και τα πέταλα δεν έχουν πλήρη διαφοροποίηση. Ανθίζει Απρίλιο ως Ιούνιο.

Βιότοπος: Προτιμά, πετρώδη ξηρά ή άνυδρα υποβαθμισμένα εδάφη, θαμνώδεις εκτάσεις. έως τα 700 μέτρα.

Εξάπλωση - Καταγωγή: Είναι ιθαγενές φυτό της Κεντρικής Αμερικής – Μεξικό με ευρεία εξάπλωση στην Μεσόγειο. Έχει εγκλιματιστεί εύκολα στην χώρα μας και κυριαρχεί στη νότια Ελλάδα και τα νησιά.

Πληροφορίες: Η καταγωγή του φυτού είναι από την λατινική Αμερική και εισήχθηκε στην Ευρώπη από τον Χριστόφορο Κολόμβο. Στην Ελλάδα εμφανίστηκε κατά την φραγκοκρατία. Οι καρποί του καταναλώνονται νωποί και για την παρασκευή μαρμελάδας.





0

Δευτέρα, 2 Νοεμβρίου 2015

Narcissus poeticus subs. radiiflorus, (Salisb.) Baker



Κοινή ονομασία: Νάρκισσος των ποιητών ο ελληνικός, νάρκισσος, ζαμπάκι, μανουσάκι.


Οικογένεια: Amaryllidaceae

Συνώνυμα: Narcissus longipetalus Schleich. ex Steud. - Autogenes poeticus (L.) Raf. - Narcissus stellaris f. dianthus (Schur) Soó - Narcissus stelliflorus Schur


Περιγραφή: Είναι ένα κονδυλώδες εύοσμο φυτό, με μεγάλα λευκά άνθη που φτάνει τα 20-50 εκατοστά ύψος (υποείδος μικρότερο, με πρωϊμότερη άνθιση) . Οι ριζοκόνδυλοι είναι ωοειδής και ο βλαστός άφυλλος, λείος, ελαφρά πεπλατυσμένος. Τα φύλλα είναι 3-5, σαρκώδη γλαυκόχροα, εκπτύσσονται μαζί με το άνθος. Η σπάθη είναι μεμβρανώδης, πλατιά, μεγαλύτερη του ποδίσκου. Τα άνθη είναι μεγάλα έως 6 εκατοστά σε μεγάλο οριζόντιο ποδίσκο. Η κορώνα σχηματίζει κίτρινο κύπελλο με κόκκινο περίγραμμα. Έχει 6 στήμονες σε 2 σειρές με βραχείς ανθήρες και 3 στίγματα. Ο καρπός είναι ελλειπτική κάψα, όρθια όταν ωριμάζει. Ανθίζει Απρίλιο έως Ιούνιο.

Βιότοπος: Σπάνιο φυτό. Απαντάται σε όχθες ρεμάτων, ξέφωτα δασών, υγρές τοποθεσίες, οφιόλιθους, υποαλπικά λιβάδια από τα 1300-2400 μέτρα υψόμετρο.


Εξάπλωση - Καταγωγή: ΝΑ Ευρώπη, Βαλκανική χερσόνησο. 


Πληροφορίες: Είναι τοξικό φυτό, αφροδισιακό που μπορεί να προκαλέσει εμετό και ερεθισμό, όταν καταναλώνεται. Η μυρωδιά του είναι αρκετά δυνατή για να προκαλέσει πονοκέφαλο σε ένα κλειστό δωμάτιο. Από τα ακριβότερα, αλλά και από τα ωραιότερα αιθέρια έλαια που μας προσφέρει η φύση. Ο μύθος της αρπαγής της Περσεφόνης από τον Άδη συνέβη στο Νύσιον πεδίον, όταν η Κόρη μάζευε άνθη νάρκισσου σε ένα λιβάδι με συντροφιά «παρθένων», των Ωκεανιδών νυμφών, της Αθηνάς και της Άρτεμης. Επίσης ένας άλλος μύθος αναφέρει πως, στην αρχαία Ελλάδα, ζούσε ένας όμορφος νέος που τον έλεγαν Νάρκισσο. Ο Νάρκισσος κοιτούσε τον είδωλό του στα νερά ενός ποταμού  και μαγεμένος από την αντανάκλασή του, έπεσε στο νερό και πνίγηκε. Εκεί όπου στεκόταν φύτρωσε ένα λευκό λουλούδι με υπέροχη μυρωδιά.



0

Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2015

Orchis purpurea, Huds.



Κοινή ονομασία: Όρχις η πορφυρή, σερνικοβότανο, Lady Orchid

Οικογένεια: Orchidaceae



Συνώνυμα: Orchis miliratis var. purpurea (Huds.) - Orchis brachiata Gilib. - Orchis maxima K.Koch


Περιγραφή: Μία εύρωστη ορχιδέα που μπορεί να φθάσει και τα 70 εκατοστά ύψος. Τα φύλλα είναι στενόμακρα, γυαλιστερά χωρίς κηλίδες, σαρκώδη με ανοιχτό πράσινο χρώμα, έως 15 εκατοστά μήκος. Η ταξιανθία είναι πυκνή και φέρει έως και 50 άνθη, ανθρωπόμορφα σε πυραμοειδή διάταξη, που ανθίζουν από κάτω προς τα πάνω. Ένα από τα σέπαλα και τα δυο πλαϊνά πέταλα συγκλίνουν προς τα εμπρός και σχηματίζουν έναν κάλυκα σαν κράνος ερυθρόφαιου χρώματος. Το χείλος, είναι χωρισμένο σε τρεις λοβούς από τους οποίους ο μεσαίος χωρίζεται στα δυο και φέρει στίγματα και μικρές τούφες από πορφυρά τριχίδια. Ανθίζει Απρίλιο έως Ιούνιο.

Βιότοπος: Αναπτύσσεται συνήθως σε επικλινή δασικές εκτάσεις, σε λιβάδια, θαμνώνες, ξέφωτα δασών, ιδιαίτερα σε μικτά δάση φυλλοβόλων και δρυοδάση,. Προτιμά ασβεστολιθικά εδάφη έως 1400 μέτρα

Εξάπλωση - Καταγωγή: Ορχιδέα με ευρεία κατανομή σε όλη την Ελλάδα και στα περισσότερα μέρη της Ευρώπης την βόρεια Αφρική, την Τουρκία και τον Καύκασο. 

Πληροφορίες: purpurea / πορφυρή




0

Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2015

Anacamptis laxiflora, (Lam.) R. M. Bateman, Pridgeon & M. W. Chase.


Κοινή ονομασία: Ανάκαμπτις η αραιανθής, Loose Flowered Orchid

Οικογένεια: Orchidaceae

ΣυνώνυμαOrchis laxiflora Lam. 1779 - Herorchis laxiflora (Lam.) D.Tyteca & E.Klein 2008


Περιγραφή: Ορχιδέα που την συναντάμε εύκολα, με δυο κονδύλους και μέχρι 60 εκατοστά ύψος. Οι κόνδυλοι είναι άμισχοι με λίγες δευτερεύουσες ρίζες, γραμμικές και συμπυκνωμένες. Τα φύλλα είναι λογχοειδή, λεπτά διπλωμένα κατά μήκος του κεντρικού άξονα, χρώματος ανοιχτού πράσινου με εμφανείς φλέβες στην κάτω πλευρά. Το ανθικό στέλεχος είναι ισχυρό, λείο χωρίς τρίχες, πράσινο και στην κορυφή σκούρο ιώδες. Φέρει αραιή ταξιανθία με 4-20 άμισχα άνθη. Τα βράκτια είναι μικρότερα από την ωοθήκη με πορφυρές αποχρώσεις. Τα εξωτερικά πέταλα είναι ωοειδή με το μεσαίο να γέρνει και να σχηματίζει θόλο με τα εσωτερικά πέταλα. Το χείλος είναι πλατύ, οδοντωτό, τρίλοβο με τους πλαϊνούς λοβούς μεγαλύτερους. Το πλήκτρο είναι κυρτό προς τα πάνω, κυλινδρικό που πλατειάζει στην άκρη. Ανθίζει Μάρτιο και Απρίλιο.



Βιότοπος: Φύεται σε υγρές θέσεις, υγρά λιβάδια, όχθες ποταμών, αμμόλοφους, υδροβιότοπος σε αλκαλικά εδάφη έως 1600 μέτρα σχηματίζοντας μεγάλους πληθυσμούς πολλές φορές.


Εξάπλωση - Καταγωγή: Ορχιδέα με ευρεία κατανομή σε όλη την Ελλάδα. Με επίκεντρο τις ακτές της Μεσογείου και με προεκτάσεις προς τα βόρεια και ανατολικά (περιοχή της Αμπέλου). 

Πληροφορίες: Το γένος Anacamptis προέρχεται από το ρήμα ανακάμπτω, επειδή τα βράκτια τυλίγουν τα κλειστά άνθη και το είδος laxiflora που σημαίνει αραιανθής. Το φυτό αυτό συναντάται με ορχιδέες των υγροτόπων και υβριδίζει με τα άλλα είδη όπως Α pyramidalisΑ. coriophora, A. morio, A. papilionacea, αλλά και με την Serapias lingua, Serapias vomeraceae και Serapias cordigera.




0

Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2015

Fistulina hepatica, (Schaeff.) With.



Κοινή ονομασία: Φιστουλίνα η ηπατική, Βοιδόγλωσσα.

Οικογένεια: Fistulinaceae

Συνώνυμα: Boletus hepaticus Schaeff. (1774), Hypodrys hepaticus (Schaeff.) Pers. (1825), Boletus buglossum Retz. (1769), Fistulina buglossum (Retz.) Pers. (1794), Fistulina sarcoides St.-Amans (1821), Ceriomyces hepaticus Sacca. (1888), Ptychogaster hepaticus (Sacca). Lloyd (1909), Confistulina hepatica (Sacca). Stalpers (1983), Fistulina endoxantha spega. (1921),
0

Dittrichia viscosa, (L.) Greuter



Κοινή ονομασία: Ακονιζέα, Διττριχία η ιξώδης, Κόνυζο, Νεροκόνυζο, Ψυλλήθρα, false yellowhead.

Οικογένεια: Asteraceae

Συνώνυμα: Cupularia viscosa (L.) Godr. & Gren.- Erigeron viscosus L.- Inula viscosa (L.) Aiton - Jacobaea viscosa (L.) Merino


Περιγραφή: Πολυετές φυτό με όρθια στελέχη, με πολλές διακλαδώσεις και ξυλώδη βάση, με βαριά «δυσάρεστη» μυρωδιά, ύψους 50-120 εκατοστά. Τα φύλλα είναι ακέραια λογχοειδή, ημιπερίβλαστα, αδενώδη, τριχωτά οδοντωτά, και κολλώδη. Τα άνθη είναι κίτρινα σε κεφάλια διαμέτρου περίπου 1,5 εκατοστών, και φέρονται πολλά μαζί στις άκρες των βλαστών. Ανθίζει Αύγουστο με Οκτώβριο. Ο καρπός είναι αχαίνιο 2 χιλιοστών υπόλευκος, τριχωτός-αδενικός, χωρίς ραβδώσεις, με πάππο από απλές τρίχες στη βάση με μια κορώνα λεπτή οδοντωτή.

Βιότοπος: Σε παρυφές δρόμων, εγκαταλελειμμένα χωράφια και χαντάκια, που συγκρατούν υγρασία έως 800 μέτρα, κατά προτίμηση σε ασβεστολιθικά υποστρώματα.

Εξάπλωση - Καταγωγή: Παράλια της μεσογείου κεντρική Ευρώπη. 

Πληροφορίες: Το επιεφυμενιδικό έκκριμα του φυτού D. viscosa είναι αποτελεσματικό στην παρεμπόδιση της ανάπτυξης μιας σειράς φυτοπαθογόνων μικροοργανισμών. Είναι πολύ καλή πρώτη ύλη για παραγωγή πράσινου χρώματος στις βαφές των ρούχων. Είναι μελισσοκομικό φυτό σε μια εποχή δεν υπάρχουν πολλά άνθη. Το όνομά του το πήρε από τον Γερμανό βοτανολόγο Manfred Dittrich διευθυντή του Βοτανικού Κήπου του Βερολίνου.


0

Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2015

Sambucus ebulus, L.



Κοινή ονομασία: Σαμπούκος ο έβουλος, βουζιά, ζαμπούκος, σαμπούκος, ράγαλο, ασσιές, βούσσες, φρουσκλιά, βρωμούσα, βουζουλιά, αβουγιά, αβυζιά, χαμαιάκτη, Dwarf Elder, Dwarf Elderberry.

Οικογένεια: Adoxaceae

Συνώνυμα: Ebulum humile (Mill.) Garcke


Περιγραφή: Είναι πολυετές φυτό με ξυλώδες ρίζωμα και ετήσιους όρθιους βλαστούς και δυσάρεστη οσμή. Τα φύλλα του είναι σύνθετα μεγάλα, έμμισχα, αντίθετα, με 5-13 επιμήκη – λογχοειδή, μυτερά, οδοντωτά φυλλάρια. Τα άνθη πολυάριθμα (συνήθως 200-250) σχηματίζουν ταξιανθία κόρυμβου διαμέτρου 5-16 εκατοστών, είναι λευκά, υπόλευκα ή ροδίζοντα, αρωματικά. Ο καρπός είναι μικρή ράγα, στο σχήμα του αχλαδιού, 4-6 χιλιοστά, με γυαλιστερό μαύρο χρώμα όταν ωριμάσει. Ανθίζει Μάιο έως Ιούλιο. 

Βιότοπος: Απαντάται στις παρυφές των δρόμων, σε τάφρους, κοντά σε χαλάσματα, σε φράκτες, σε υγρές πεδιάδες και όχθες ρυακιών. Επίσης σε ξέφωτα δασών και υγρές τοποθεσίες μέχρι τα 1200 μέτρα.

Εξάπλωση - Καταγωγή: Ευρεία κατανομή στην Ελλάδα, ενώ με επίκεντρο τις ακτές της Μεσογείου, εξαπλώνεται προς τα βόρεια και ανατολικά.

Πληροφορίες: Ενοχλητικό ζιζάνιο των καλλιεργειών που εξαπλώνεται πολύ γρήγορα όπου φύεται, λόγω κυρίως του ριζώματος που αναπτύσσεται και διακλαδίζεται στο έδαφος. To Sambucus ebulus μοιάζει πολύ με το Sambucus nigra τόσο στο άνθος όσο και στα φύλλα. Το ύψος του S. ebulus κυμαίνεται από 60 εκατοστά μέχρι 1,5 μέτρα, σε αντίθεση με το S. nigra που μπορεί να φτάσει τα 10 μέτρα. Είναι τοξικό, δημοφιλές φαρμακευτικό φυτό, που χρησιμοποιείται για αιώνες. Παρασκευάσματα του ebulus έχουν δείξει αντι-φλεγμονώδη, αντι-νεοπλασματική αντιοξειδωτική και αντιμικροβιακή δράση*.

*Flavonoid glycosides profiling in dwarf elder fruits ( Sambucus ebulus L.) and evaluation of their antioxidant and anti-herpes simplex activities


0

Τρίτη, 13 Οκτωβρίου 2015

Erigeron canadensis, L.


Κοινή ονομασία: Ακονιζέα, Διττριχία η ιξώδης, Κόνυζο, Νεροκόνυζο, Ψυλλήθρα, Canadian Horseweed

Οικογένεια: Asteraceae

Συνώνυμα: Erigeron setifer Boiss - Trimorpha canadensis (L.) Lindm. - Conyza canadensis (L.) Cronquist



Περιγραφή: Είναι φυτό ετήσιο, ποώδες, δασύτριχο, με βαθειά κύρια ρίζα, 30 – 120 εκατοστά. Ο βλαστός είναι κυλινδρικός, όρθιος, απλός ή διακλαδισμένος που αναπτύσσεται αμέσως μετά την ανάπτυξη της βασικής ροζέτας που έχει φύλλα οβάλ επιμήκη με ευδιάκριτο μίσχο. Τα ανώτερα φύλλα είναι λογχοειδή, με κοντές τρίχες και αραιές βλεφαρίδες στην περίμετρο. Ο μίσχος γίνεται όλο και μικρότερος καθώς αναπτύσσεται το φυτό ενώ δεν υπάρχει από την μέση και πάνω. Τα άνθη είναι πολυάριθμα (έως 200 ανά κεφάλιο) με χαρακτηριστική οσμή. Τα σωληνοειδή άνθη στο κέντρο είναι υπόλευκα ή κιτρινωπά, ενώ τα γλωσσοειδή της περιφέρειας είναι λίγο μεγαλύτερα άσπρα ή ροζ. Τα βράκτια είναι λογχοειδή διατεταγμένα σε τρεις σειρές. Οι ταξιανθίες εμφανίζονται στο πάνω μέρος του βλαστού, πυκνές και έντονα διακλαδισμένες. Ανθίζει από Ιούνιο έως Σεπτέμβριο. Ο καρπός του είναι αχαίνιο 1-1,5 χιλιοστών, καλύπτεται από τρίχες με τον πάππο να είναι υπόλευκος τρεις φορές μεγαλύτερος. 

Βιότοπος: Κοινό φυτό στην Ελλάδα που φυτρώνει σε χέρσα εδάφη καλά στραγγιζόμενα, παρυφές δρόμων, αναχώματα, χαλάσματα καθώς και μέσα στις καλλιέργειες μέχρι τα 600 μέτρα.

Εξάπλωση - Καταγωγή: Είναι φυτό ιθαγενές της βόρειας Αμερικής. Φύεται σε όλη τη βόρειο Αμερική, την Ευρώπη, Ασία και Αφρική.

Πληροφορίες: Tα φύλλα χρησιμοποιούνται σε σαλάτες ή μαγειρεμένα ή βρασμένα, αλλά σε περιορισμένες ποσότητες λόγω της πικρής γεύσης του. Ορισμένα αιθέρια έλαια χρησιμοποιούνται για να δώσουν ιδιαίτερη γεύση σε καραμέλες, ως βάση για αναψυκτικά, αλλά επίσης και στη βιομηχανία αρωμάτων.





0

Σάββατο, 10 Οκτωβρίου 2015

Amanita caesarea, (Scop.) Pers.


Κοινή ονομασία: Αμανίτης ο καισαρικός, Αυγό, Κοκκινουσκα, Αυγουλομουλάτκο, νερατζούλα, πιπερουσκα, ovolo, ovolo buon, Oronge
Οικογένεια: Basidiomycota, Amanitaceae
Συνώνυμα: Amanita umbonata - Amanita hemibapha
Περιγραφή: Μεγάλο μανιτάρι με καπέλο κοκκινοπορτοκαλί χρώματος , με περίμετρο αυλακωτή. Νεαρό αναδύεται από λευκή μεγάλη βόλβα και έχει σχήμα αυγού. Στη συνέχεια έχει σχήμα ημισφαιρικό και τέλος επίπεδο. Τα ελάσματα είναι κίτρινα όπως επίσης το πόδι και το δαχτυλίδι του. Η σάρκα του είναι λευκή με γεύση φουντουκιού και ευχάριστη οσμή. Δεν έχει νιφάδες ενώ επίσης τα ελάσματα και ο μίσχος του είναι κιτρινωπά και όχι λευκά. Συνήθως φτάνει τα 15 εκατοστά ύψος, αλλά δεν αποκλείεται να φτάσει και τα 20. Το πόδι έχει ύψος 8 -15 εκατοστά και πάχος ως 3 εκατοστά. Εμφανίζει μεγάλο και κρεμαστό δακτυλίδι το οποίο έχει γραμμώσεις στην πάνω του πλευρά και στην κάτω του είναι λείο. Τα σπόρια είναι λευκά.

Βιότοπος: Εμφανίζεται ατομικά ή σε ομάδες από τις αρχές του καλοκαιριού έως τα μέσα του φθινοπώρου σε δάση πλατύφυλλων, ;όπως δρυός, καστανιάς και οξιάς συνήθως σε ξέφωτα και άκρες με λαδανιές και κέδρα.  Επίσης, σπανιότερα μπορεί να βρεθεί σε δάση κωνοφόρων ή μεικτά με πλατύφυλλα. Στο Μεξικό το φυσικό του περιβάλλον είναι δρυς, πεύκο ή έλατο σε υψόμετρα 2,200-3,000.

Εξάπλωση - Καταγωγή: Απαντάται στη νότια Ευρώπη και τη Βόρεια Αφρική την Ινδία και την Κίνα. Παρά το γεγονός ότι το είδος δεν είναι γνωστό στις Ηνωμένες Πολιτείες και τον Καναδά, έχει συλλεχθεί στο Μεξικό.


Πληροφορίες: Πρόκειται για ένα από τα εξαιρετικότερα φαγώσιμα μανιτάρια που σε νεαρό στάδιο καταναλώνεται και ωμό σε σαλάτα. Περιγράφηκε για πρώτη φορά από τους Ιταλούς Μυκητολόγος Giovanni Antonio Scopoli το 1772 ως Agaricus caesareus, Θα μπορούσε αν και δύσκολα να συγχέεται με το δηλητηριώδες Amanita muscaria. Όμως το Α muscaria έχει ένα διακριτικό κόκκινο καπέλο διάστικτο με αφράτες λευκές νιφάδες, πάντα λευκά ελάσματα και πόδι με ανάγλυφες ζώνες. Ορισμένες ποικιλίες (π.χ. Amanita muscaria var. guessowii) έχουν καπέλο κοντά στο κίτρινο ακόμη και στο νεανικό στάδιο.
0



Οι φωτογραφίες είναι ιδιοκτησία των συντακτών του phytologio.blogspot.com. Μπορείτε να εκτυπώσετε φωτογραφίες για προσωπική χρήση, υπό την προϋπόθεση ότι το λογότυπο δεν θα απομακρύνεται. Σε εργασίες και παρουσιάσεις θα γίνεται αναφορά στην ιστοσελίδα μας. Εάν σας ενδιαφέρει να χρησιμοποιήσετε καποια φωτογραφία σε μια δημοσίευση, παρακαλούμε επικοινωνήστε μαζί μας.

Powered by Blogger.

Αναγνώστες

Popular Posts

Translate

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Follow by Email

Συνολικές προβολές σελίδας