Κυριακή, 13 Νοεμβρίου 2016

Ηydnellum peckii, Banker

Κοινή ονομασία: Υδνίσκος του Peck, Ματωμένο δόντι, Δόντι του Διαόλου, Φράουλες με Κρέμα, Devil's tooth.
Οικογένεια: Bankeraceae.
Συνώνυμα: Hydnum peckii (Banker) Sacc. (1925), Calodon peckii (Banker) Sacc. (1956), Hydnellum diabolus Banker (1913), Hydnum diabolus (Banker) Trotter (1925), Calodon diabolus (Banker) Snell (1956), Hydnellum rhizopes Coker (1939)
Περιγραφή: Είναι ένα μη βρώσιμο μανιτάρι, το οποίο ξεχωρίζει αμέσως με την εντυπωσιακή εμφάνισή του. Το καπέλο είναι ασυνήθιστο, υπόλευκο, από 3 έως 8 εκατοστά διάμετρο. Αρχικά η επιφάνεια είναι κυρτή σαν χωνί, ανώμαλη, ζαρωμένη, βελούδινη και πάνω της εκκρίνονται υδαρής, ερυθρές σταγόνες σαν αίμα. Στο τέλος το καπέλο μαυρίζει από το κέντρο προς τα έξω. Το κάτω μέρος είναι κατάφυτο με ινώδης, βελόνες αρχικά λευκές και στην συνέχεια καφέ με μήκος 1 έως 5 χιλιοστά. Η σάρκα είναι ερυθρή, καφέ, σαν φελλός, όταν συμπιέζεται εκκρίνει διαυγές υγρό με πικάντικη γεύση και ασαφής οσμή. Το πόδι είναι κυλινδρικό, αφράτο, τριχωτό, κοκκινωπό-καφέ 1-4 x 0,5-2 εκατοστά. Τα σπόρια είναι ελλειψοειδή, ακανόνιστα, σαν καφέ σκόνη 5-5,5 x 3,8 - 4 mm.
Βιότοπος: Αναπτύσσεται κυρίως κάτω από τα κωνοφόρα δέντρα που συμβιώνει, ανάμεσα σε βρύα και πευκοβελόνες. Εμφανίζεται καλοκαίρι και φθινόπωρο συνήθως σε ομάδες και σε μεγάλα υψόμετρα.
Εξάπλωση - Καταγωγή: Απαντάται στην Ευρώπη και τη βόρεια Αμερική. Το 2008 και το 2010 ανακαλύφθηκε στο Ιράν και στην Κορέα, αντίστοιχα.

Πληροφορίες: Περιέχει ουσίες με αντιπηκτικές και αντιπηκτικές ιδιότητες. Δεν είναι δηλητηριώδες, είναι όμως μη βρώσιμο μιας και η σάρκα του είναι πικάντικη. Σπάνια μπορεί να γίνει σύγχυση με το Hydnum ferrugineum που είναι παρόμοιο σε εμφάνιση, αλλά η σάρκα του είναι με ερυθρο-καφετιές ζώνες και ήπια γεύση.


0

Σάββατο, 1 Οκτωβρίου 2016

Ganoderma applanatum, (Pers.) Pat.

 
Κοινή ονομασία: Γανόδερμα, Artist's Conk
Οικογένεια: Ganodermataceae
Συνώνυμα: Boletus applanatus Pers., Boletus fomentarius var. applanatus (Pers.) Pers., Elfvingia applanata (Pers.) P. Karst., Fomes applanatus (Pers.) Gillet, Ganoderma flabelliforme, Ganoderma gelsicola (Berl.) Sacc., Phaeoporus applanatus (Pers.) J. Schröt., Scindalma gelsicola (Berl.) Kuntze, Scindalma incrassatum (Berk.) Kuntze (1898), Scindalma leucophaeum (Mont.) Kuntze.
Περιγραφή: Είναι ένα κοινό μανιτάρι, που σχηματίζει μεγάλα καρποσώματα 8-50 εκατοστά πλάτος. Η άνω επιφάνεια είναι γυαλιστερή γκρι-καφέ έως καφέ με μια λευκή λωρίδα στην περίμετρο και σχετικά μεγάλη παραλλακτικότητα ως προς το σχήμα, το μέγεθος και το χρώμα. Το ημικυκλικό καρπόσωμα είναι προσκολλημένο σε αρκετά επίπεδη βάση, πάχους 1-10 εκατοστών. Η επιφάνεια είναι ραβδωτή και μερικές φορές έχει στρώμα καφέ σπορίων που μοιάζει με σκόνη κακάο. Η σάρκα του είναι σκληρή σαν φελλός, με ευχάριστη οσμή μανιταριού και πικρή γεύση. Τα σπόρια 7-9 x 5,5-6,5 χιλιοστά, σε σχήμα αυγού, απελευθερώνονται από τους πόρους στην κάτω πλευρά του καρποσώματος. Τα καρποσώματα μπορεί να διαρκέσουν για πολλά χρόνια, αυξάνονται σε μέγεθος και σχηματίζουν νέα στρώματα με πόρους καθώς μεγαλώνουν.
Βιότοπος: Καρποφορεί όλο το χρόνο σε ζωντανό και νεκρό ξύλο πλατύφυλλων και κωνοφόρων δένδρων.
Εξάπλωση - Καταγωγή: 

Πληροφορίες: Είναι φαρμακευτικό μανιτάρι. Η ονομασία είναι ελληνική και προέρχεται από το ρήμα ‘γανῶ’ και δέρμα, που σημαίνει λαμπερό δέρμα. Καλλιτέχνες χρησιμοποιούν αυτά τα μανιτάρια για χάραξη σχεδίων όταν είναι φρέσκα και το σχέδιο παραμένει όταν στεγνώσει. Επίσης χρησιμοποιείται για την βαφή υφασμάτων.

0

Πέμπτη, 29 Σεπτεμβρίου 2016

Erica forskalii, Vitman

 Κοινή ονομασία: Ερείκη η σπονδυλωτή, Ρείκι, σουσούρα, πυρένι, κόκκινο ρείκι, χαμορείκι, autumn heather.
Οικογένεια: Ericaceae
Συνώνυμα: Erica manipuliflora Salisb.

Περιγραφή:  Αειθαλής θάμνος, χωρίς συμπαγής κόμη, όρθια με ύψος 1-3 μέτρα. Τα φύλλα του είναι μικρά, άμισχα, δερματώδη αυλακωτά στην κάτω επιφάνεια, επιμήκη-ελλειψοειδή και φύονται σε σπονδύλους 3-4 μαζί. Τα άνθη αρωματικά με ανοιχτό ρόδινο χρώμα που μοιάζουν σαν μικροσκοπικές καμπάνες. Το φυτό εμφανίζει πλούσια ανθοφορία το φθινόπωρο.
Βιότοπος: Φύεται με άλλα φρύγανα στην μακκία βλάστηση και προτιμά τα ασβεστώδη εδάφη έως τα 1100 μέτρα.
Εξάπλωση - Καταγωγή: Απαντάται σε ολόκληρη την Μεσόγειο έως και την Ανατολική Αφρική
Πληροφορίες: Έχει ιδιαίτερη καλλωπιστική αξία, προτιμά ηλιόλουστες τοποθεσίες και όξινα εδάφη. Είναι πολύ ανθεκτικό στην ξηρασία και στις χαμηλές θερμοκρασίες. Το γένος Erica περιλαμβάνει περισσότερα από 500 είδη. Ορισμένα από αυτά είναι ιθαγενή της Ευρώπης αλλά και της χώρας μας. Είναι από τα πλέον διαδεδομένα μελισσοκομικά φυτά και το μέλι  που παράγεται είναι εξαιρετικής ποιότητας.




0

Παρασκευή, 2 Σεπτεμβρίου 2016

Cynoglossum creticum, Mill.

 Κοινή ονομασία: Κυνόγλωσσο το κρητικό, γοργόγιανα, σκυλόγλωσσα, σκυλολακές, Lingua di cane a fiori variegate, Blue Hound's Tongue
Οικογένεια: Boraginaceae
Συνώνυμα: Cynoglossum atlanticum Murb. - Cynoglossum pictum Aiton - Cynoglossum pictum var. umbrosum Rouy - Cynoglossum siculum Guss.
Περιγραφή: Είναι φυτό διετές, με χνουδωτό βλαστό, τραχύ, εριώδη διακλαδιζόμενο στην κορυφή, ύψους 20-60 εκατοστών. Τα φύλλα είναι μαλακά, με δυνατή μυρωδιά, χνουδωτά, λογχοειδή, προμήκη, τα κατώτερα στενούμενα προς τον μακρύ μίσχο, τα ανώτερα ημιπερίβλαστα στρογγυλεμένα στη βάση. Η πασσαλώδης ρίζα φτάνει σε βάθος τα 80 εκατοστά. Τα άνθη σχηματίζουν ταξιανθία βόστρυχου, με στεφάνη αρχικά ερυθρή και, στη συνέχεια, υπόλευκη ή σπάνια λευκή και χαρακτηριστικό πυκνό ιόχροο δίκτυο νευρών. Ανθίζει Απρίλιο έως Ιούνιο.
Βιότοπος: Πετρώδεις πλαγιές, Φρύγανα Ακαλλιέργητους αγρούς ξερές όχθες ποταμών, παρυφές δρόμων και χαντάκια. Προτιμά ασβεστολιθικά εδάφη κοντά σε ουδέτερο pH, έως τα1200 μέτρα.
Εξάπλωση - Καταγωγή: Φυτό των παραμεσόγειων περιοχών με προεκτάσεις προς τα βόρεια και τα ανατολικά (περιοχή της Αμπέλου).

Πληροφορίες: Τα άνθη του περιέχουν πλούσιο νέκταρ και προσελκύουν τις μέλισσες. Το γένος πήρε το όνομά του από το σχήμα του φύλλου. Η μορφολογία των φύλλων μοιάζει πολύ με την γλώσσα του σκύλου (αρχ.κύων) . Χαρακτηριστικό του φυτού τα λευκά άνθη με τις μπλε νευρώσεις που με την ωρίμανση γίνονται πορφυρά.



0

Πέμπτη, 30 Ιουνίου 2016

Prunella laciniata, (L.) L.

Κοινή ονομασίαΠρουνέλλα η βαθυσχιδής, Valkoniittyhumala, Cut Leaved Selfheal, Cutleaf Selfheal.
Οικογένεια: Lamiaceae

Συνώνυμα: Prunella afriquena Pau & Font Quer - Prunella alba Pall. ex M. Bieb., nom. Illeg - Prunella integerrima Beck - Prunella laciniata subsp. subintegra (Buch.-Ham.) Franco. - Prunella sulphurea Mill. - Prunella vulgaris var. laciniata L.
Περιγραφή: Είναι πολυετής πόα, με βλαστούς τριχωτούς, όρθιους ή ανερχόμενους, συνήθως απλούς, ύψους 10 - 40 εκατοστών. Τα κατώτερα φύλλα είναι έμμισχα ελλειπτικά, προμήκη, αραιά χνουδωτά στην κάτω επιφάνεια. Τα ανώτερα αντίθετα, συνήθως πτερόλοβα ή έλλοβα, τουλάχιστον στην βάση. Η ταξιανθία είναι στάχυς, κυλινδρική, βραχεία με 3-9 σπονδύλους με 6 άνθη ο καθένας, με ένα ζεύγος φύλλων να περιβάλλει τη βάση της. Τα βράκτια είναι μεγάλα καρδιόσχημα νεφροειδή, οξύληκτα, με δικτυωτή πλευρά, ανοιχτού πράσινου χρώματος και συνήθως με πορφυρή περιφέρεια. Άνθη ερμαφρόδιτα, χρώματος λευκοκίτρινου, γαλακτώδους με κοντούς μίσχους. Ο κάλυκας είναι τριχωτός, δίχειλος με 5-10 νευρώσεις και 3 κοντά δόντια στο άνω χείλος, ενώ το κάτω χείλος χωρίζεται έως την μέση σε δύο λογχοειδής και κροσσωτούς λοβούς. Ο καρπός είναι σχιζοκάρπιο με 4 μερικάρπια (κάρυα) ανοιχτού καφέ χρώματος. Ανθίζει Ιούνιο - Σεπτέμβριο.
Βιότοπος: Απαντάται σε ξηρά λιβάδια, παρυφές δρόμων, κατά προτίμηση σε ασβεστολιθικά εδάφη, από 300 έως τα 1400 μέτρα.
Εξάπλωση - Καταγωγή: Επικεντρώνεται στις ακτές της Μεσογείου, αλλά και με προεκτάσεις προς τα βόρεια και τα ανατολικά.
Πληροφορίες: Φυτό με ευχάριστο άρωμα, επίσης χρησιμοποιήται σαν καλλωπιστικό σε βραχώδεις θέσεις. Το αφέψημά του χρησιμοποιείται κατά της δυσεντερίας.

0

Τρίτη, 28 Ιουνίου 2016

Agrimonia eupatoria, L.

Κοινή ονομασία: Αγριμόνια η ευπατόρια, ασπροξάνη, αγριμαία, ασπροζάκι, φωνόχορτο, αγριμόνιο, Church steeples, Agrimony.
Οικογένεια: Rosaceae
Συνώνυμα: Agrimonia vulgaris Gray - Agrimonia eupatoria var. ochroleuca Ostenf. - Agrimonia odorata - Agrimonia eupatoria subsp. Eupatoria - Agrimonia eupatoria subsp. grandis (C.A. Mey.) Bornm.
Περιγραφή: Είναι πολυετές ποώδες φυτό, με ισχυρή ξυλώδη βάση και απλό, τριχωτό βλαστό, που μπορεί να φτάσει το ένα μέτρο σε ύψος, αλλά συνήθως δεν υπερβαίνει τα 60 εκατοστά. Κατά το πρώτο έτος της ζωής, το φυτό παράγει μόνο μια βασική ροζέτα, στη συνέχεια, με την εμφάνιση του στελέχους, εμφανίζονται τα φύλλα στο κάτω μέρος του βλαστού. Τα φύλλα είναι πυκνά στη βάση και αραιά προς τα πάνω. Είναι έμμισχα, αμβλέως αντιλογχοειδή, πτεροειδή με καλά ανεπτυγμένα παράφυλλα και 7-11 φυλλάρια εναλλασσόμενα με μικρότερα. Τα φυλλάρια είναι ελαφρά οδοντωτά με τρίχες στο κάτω μέρος. Η ταξιανθία είναι στενός μακρύς χαλαρός βότρυς. Τα άνθη είναι μικρά χρυσοκίτρινα, με πέντε εύπτωτα πέταλα, αντωοειδή-ελλειπτικά, με κοντούς μίσχους. Ο καρπός είναι πόμη, ξυλώδης, κρεμαστός, με αυλάκια, τρίχες και αγκιστροειδείς σμήριγγες. Ανθίζει από τον Ιούνιο έως το Σεπτέμβριο.
Βιότοπος: Προτιμά ανοιχτές, καλά στραγγιζόμενες, ξηρές θέσεις, λιβάδια, ακαλλιέργητες περιοχές, ηλιόλουστα μέρη έως τα 1500 μέτρα.
Εξάπλωση - Καταγωγή: Ευρασιατικό είδος κοινό στη Βαλκανική έως τον Καύκασο και την Αρμενία με εξάπλωση σε όλη την Ελλάδα και σε όλες σχεδόν τις περιοχές του κόσμου, αλλά με σημαντικά κενά.
Πληροφορίες: Το όνομα του φυτού δόθηκε από το Διοσκορίδη προς τιμήν του τελευταίου βασιλιά του Πόντου Μιθριδάτη Ευπάτορα.
Κάποια από τα κύρια δραστικά συστατικά της αγριμονιάς είναι οι τανίνες, οι κουμαρίνες, τα φλαβονοειδή, το αιθέριο έλαιο και οι πολυσακχαρίτες. Η HMPC κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, βάσει της μακροχρόνιας χρήσης του, το αγριμόνιο μπορεί να λαμβάνεται από το στόμα για την ανακούφιση από την ήπια διάρροια ή να χρησιμοποιείται για πλύσεις της στοματικής κοιλότητας με σκοπό την ανακούφιση από ήπιες φλεγμονές του στόματος και του λάρυγγα. Μπορεί επίσης να χρησιμοποιείται για την ανακούφιση από περιορισμένης έκτασης φλεγμονές και την περιποίηση επιφανειακών τραυμάτων του δέρματος.

Φάρμακο φυτικής προέλευσης: Ιουλίου 2015 EMA/HMPC/332849/2015 Επιτροπή Φαρμάκων Φυτικής Προέλευσης (HMPC)






0

Δευτέρα, 27 Ιουνίου 2016

Filipendula vulgaris, Moench

Κοινή ονομασία: Φιλιπέντουλα η κοινή, Σπειραια, Dropwort
Οικογένεια: Rosaceae
Συνώνυμα: Filipendula pubescens (DC.) Fourr. - Spiraea filipendula L. - Spiraea gigantea Gand. - Spiraea noeana Gand. - Spiraea pubescens DC. - Spiraea tuberosa Salisb., nom. illeg. - Spiraea vulgaris (Moench) Gray, nom. illeg. - Ulmaria filipendula (L.) Hill
Περιγραφή: Πολυετές, ριζωματώδες φυτό, σχεδόν λείο 30-80 (-100) εκατοστά ύψος. Το ρίζωμα έχει ωοειδής κονδύλους 10-20 χιλιοστά. Ο βλαστός είναι όρθιος, συνήθως απλός ή διακλαδισμένος προς τα πάνω. Τα φύλλα της βάσης επιμήκη πτεροειδή και σχηματίζουν ρόδακα, με 8-25 ζεύγη μικρά πτεροσχιδή, οδοντωτά φυλλάρια, εναλλασσόμενα με μεγαλύτερα. Τα φύλλα του βλαστού είναι προοδευτικά σμικρυνόμενα, νεφροειδή, ακανόνιστα οδοντωτά παράφυλλα. Η ταξιανθία είναι μεγάλη πυκνή φόβη 3-10 εκατοστά. Τα άνθη έχουν συνήθως λευκά ή γαλακτόχρωμα πέταλα και 6-πολυάριθμους στήμονες. Ο καρπός κεφάλιο με 5-15 χνουδωτά αχαίνια, 3-4 χιλιοστά μήκος. Ανθίζει από το Μάιο μέχρι τον Ιούλιο.
Βιότοπος: Αναπτύσσεται σε ξηρά λιβάδια, ηλιόλουστες πλαγιές, στις παρυφές δρόμων, στα ξέφωτα δασών και, κυρίως σε ασβεστολιθικά ή πυριτικά βραχώδη υπόστρωμα από 600 2000 μέτρα.
Εξάπλωση - Καταγωγή: Απαντάται σχεδόν σε όλη την Ευρώπη (με εξαίρεση τα νησιά της Μεσογείου και τον απώτατο βορρά), τη ΒΔ. Αφρική, Μικρά Ασία, τον Καύκασο, τη Σιβηρία. Εισήχθη στη Βόρεια Αμερική, Αζόρες και τη Ρωσική Primorye.

Πληροφορίες: 




0

Σάββατο, 25 Ιουνίου 2016

Blackstonia perfoliata, (L.) Huds

Κοινή ονομασία: Μπλακστόνια η διάτρητη, αρμπέτα, αγριοκαλογεράκι, Yellow Wort
Οικογένεια: Gentianaceae
Συνώνυμα: Chlora perfoliata (L.) L. - Centaurium perfoliatum (L.) E. H. L. Krause, Chironia perfoliata Salisb. - Gentiana perfoliata L.
Περιγραφή: Ετήσιο ποώδες φυτό, γλαυκόχρωμο με λεπτούς όρθιους, λείους βλαστούς, ύψους 10-60 εκατοστά. Τα φύλλα είναι ωοειδή, τριγωνικά, συμφυόμενα ανά δύο και περίβλαστα (συγγεγενημένα). Τα άνθη έχουν κίτρινο χρώμα με 6-8 πέταλα και σχηματίζουν χαλαρή, ακραία κυματοειδή ταξιανθία. Ο κάλυκας είναι βαθιά διαιρεμένος σε 6-12 γραμμικούς λοβούς 3-4 φορές μακρύτεροι του σωλήνα. Ο καρπός είναι ωοειδής κάψα. Ανθίζει από τον Απρίλιο μέχρι το Σεπτέμβριο.
Βιότοπος: Σε ποώδη λιβάδια, όρια δασών, υγρές τοποθεσίες, συνήθως κοντά στο επίπεδο της θάλασσας, αλλά περιστασιακά μέχρι τα 1500 μέτρα υψόμετρο.
Εξάπλωση - Καταγωγή: Απαντάται στην περιοχή της Μεσογείου, της Δ. και Κ. Ευρώπης (από τη Μεγάλη Βρετανία μέσω της νότιας Γερμανίας στα Βαλκάνια). Εισήχθη στις Αζόρες, τη βόρεια Αργεντινή και την Ουρουγουάη.
Πληροφορίες: Το όνομα του γένους δόθηκε προς τιμή του John Blackstone (1713-1753), Άγγλου βοτανολόγου και φαρμακοποιού του 18ου αιώνα, ενώ το όνομα του είδους από το λατινικό per+foliatus αναφορά στα περίβλαστα φύλλα του. Το είδος είναι ποικιλόμορφο με αρκετά υποείδη.




0

Παρασκευή, 17 Ιουνίου 2016

Genista acanthoclada, DC.

Κοινή ονομασία: Γενίστα η ακανθόκλαδος, αχινοπόδι, Αφάνα, Spiny Broom,
Οικογένεια: Fabaceae
Συνώνυμα: 
Περιγραφή: Πολύκλαδος αγκαθωτός θάμνος με κυλινδρικούς βλαστούς, με ύψος που φθάνει περίπου το 1 μέτρο. Παρουσιάζεται συνήθως σε μορφή και σχήμα ωοειδές συμπαγές. Τα μικρά φύλλα του εμφανίζονται μόνο την άνοιξη ενώ συνεχίζει να είναι πράσινος ο άφυλλους βλαστός. Τα φύλλα είναι σύνθετα, επιφυεί, στις διακλαδώσεις του βλαστού με τρία λογχοειδή επιμήκη φυλλάρια. Τα άνθη είναι κίτρινα, χνουδωτά,και εμφανίζονται σε επάκριες πυκνές ταξιανθίες βότρυ. Ο καρπός είναι, πλατύς και ωοειδής χέδρωπας, με ένα ή περισσότερα σπέρματα.Ανθίζει από Μάρτιο έως Ιούλιο.
Βιότοπος: Σε φρύγανα των μεσογειακών οικοσυστημάτων και πετρώδεις πλαγιές
Εξάπλωση - Καταγωγή: Είναι είδος της ανατολικής μεσογείου, κοινό στη Ν. Ελλάδα τα νησιά του Αιγαίου και την Κρήτη.
Πληροφορίες: Παλιά έκαναν σκούπες απ' αυτά τα φυτά, που αποτελούσαν και την κύρια καύσιμη ύλη. Στη Μάνη τοποθετούσαν αφάνες στις εισόδους του νερού προς τις στέρνες, για να εμποδίσουν την είσοδο των ερπετών και στις ξερολιθιές. Ο βλαστός συνεχίζει να είναι πράσινος και χωρίς τα φύλλα, με αιχμηρές τις αγκαθωτές απολήξεις του, σε όλη τη διάρκεια του χρόνου. Έτσι επιβιώνει στις σκληρές καιρικές συνθήκες, κυρίως με την αύξηση της θερμοκρασίας, συνεχίζοντας να φωτοσυνθέτει καθώς η απώλεια υδρατμών περιορίζεται στο ελάχιστο. Ένα από τα πιο γνωστά καλλιεργούμενα είδη είναι η Genista tenera, ιθαγενής της Μαδέρα. Η ελληνική χλωρίδα περιλαμβάνει και την Genista tinctoria, από την οποία εξάγεται κίτρινη χρωστική. Δίνει νέκταρ και γύρη.



0

Hypericum empetrifolium, Willd.

Κοινή ονομασία: Υπερικό το εμπετρόφυλλο, Αγούδουρας, Βαλσαμόχορτο.
Οικογένεια: Hypericaceae
Συνώνυμα: 
Περιγραφή: Είναι θάμνος ύψους έως 60 εκατοστά, με όρθια ή έρποντα, πορφυρά-πράσινα κλαδιά. Τα φύλλα του είναι μικρά 3-15 χιλιοστά, γραμμοειδή με αναδιπλωμένες παρυφές, εκφύονται ανά τρία σε σπονδύλους σε όλο το μήκος του βλαστού και φέρουν μαύρα στίγματα. Τα άνθη σχηματίζουν ταξιανθία φόβη ή κύμα στην κορυφή του βλαστού. Η στεφάνη είναι γυαλιστερή κίτρινη, με πέντε πέταλα στενά, μακρύτερα από τα σέπαλα και στήμονες κατά δέσμες.
Βιότοπος: Απαντάται σε βραχώδεις θέσεις και θαμνώνες, ασβεστολιθικούς βράχους σε χαμηλά και μέσα υψόμετρα, έως τα 2000 μέτρα.
Εξάπλωση - Καταγωγή: Φυτό της Α, Μεσογείου, το οποίο απαντάται στη Νότια Ηπειρωτική Ελλάδα, τα νησιά του Αιγαίου και την Κρήτη.
Πληροφορίες: Σε αντίθεση με τα με τα περισσότερα είδη του γένους, πρόκειται για έναν μικρό αειθαλή θάμνο με μικρά φύλλα. Το φυτό αντέχει στην ξηρασία, έχει χαμηλές απαιτήσεις σε θρεπτικά στοιχεία και σε συνδυασμό με την όμορφη και παρατεταμένη ανθοφορία μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε μεσογειακούς κήπους. Φαρμακευτικό φυτό όπως όλα της οικογένειας. Φωτογραφίες από Δίρφυ.






0

Κυριακή, 12 Ιουνίου 2016

Daphne laureola, L.

Κοινή ονομασία: Δάφνη η δαφνοειδής, Spurgelaurel.
Οικογένεια: Thymelaeaceae
Συνώνυμα: Daphne laureola subsp. latifolia (Coss.) Rivas Mart. - Daphne laureola subsp. philippi (Gren.) Rouy - Daphne philippi Gren.
Περιγραφή: Αειθαλής θάμνος με όρθιο ευλύγιστο βλαστό, λίγο διακλαδισμένο 60-120 (140) εκατοστά ύψος. Ο φλοιός αρχικά είναι πράσινος και μετατρέπεται σε ανοιχτό καφέ. Τα φύλλα είναι λεία δερματώδη, άμισχα ή με μικρό μίσχο συγκεντρωμένα στην κορυφή με την μορφή ρόδακα. Το σχήμα τους είναι αντωειδές-λογχοειδές στενούμενο προς την βάση, 5-10 εκατοστά μήκος. Τα ανώτερα φύλα, πάνω από την ταξιανθία, είναι στραμμένα προς τα πάνω ενώ τα κατώτερα είναι λυγισμένα προς τα κάτω. Τα άνθη φύονται από κιτρινωπά φολιδωτά βράκτια, σε πλευρικές κατανεύοντες ταξιανθίες βότρυ, στις μασχάλες φύλλων του περασμένου έτους. Η στεφάνη είναι πρασινοκίτρινη, λεία, ελαφρώς αρωματική, μήκος 7-12 (14) χιλιοστά. Το φυτό φέρει και μόνο θηλυκά άνθη λίγο μικρότερα από τα ερμαφρόδιτα. Ο καρπός είναι σφαιρική δρύπη ± 6-8 χιλιοστά, σαρκώδης, αρχικά πράσινος και στην συνέχεια μελανός. Ανθίζει Φεβρουάριο με Απρίλιο.
Βιότοπος: Σε σκιερά μέρη, δάση οξιάς, βελανιδιάς, καστανιάς, γαύρος, κλπ.. Σε ελαφρώς ασβεστούχα εδάφη από 300-1500 μέτρα.
Εξάπλωση - Καταγωγή: Μεσογειακό είδος με τη στενή έννοια (με εξάπλωση στα παράλια της Μεσογείου, περιοχή Ελιάς).
Πληροφορίες: Το όνομα του γένους επινοήθηκε από τον Διοσκουρίδη αφιερωμένο στη μυθική νύμφη Δάφνη κόρη του Πηνειού Βασιλιά των ποταμών. Το όνομα του είδους αναφέρεται στο σχήμα των φύλλων που μοιάζουν με αυτά της δάφνης (Laurus υποκοριστικό). Τοξικό είδος, γνωρίζουμε ότι ολόκληρο το φυτό είναι ένα δηλητηριώδες ειδικά η εσωτερική χρήση του είναι εξαιρετικά επικίνδυνη (κυρίως τα φρούτα). Σε ορισμένους πληθυσμούς υπάρχουν μόνο θηλυκά άνθη.



0



Οι φωτογραφίες είναι ιδιοκτησία των συντακτών του phytologio.blogspot.com. Μπορείτε να εκτυπώσετε φωτογραφίες για προσωπική χρήση, υπό την προϋπόθεση ότι το λογότυπο δεν θα απομακρύνεται. Σε εργασίες και παρουσιάσεις θα γίνεται αναφορά στην ιστοσελίδα μας. Εάν σας ενδιαφέρει να χρησιμοποιήσετε καποια φωτογραφία σε μια δημοσίευση, παρακαλούμε επικοινωνήστε μαζί μας.

Από το Blogger.

Ετικέτες

Φυτά ( 178 ) Φαρμακευτικά ( 97 ) Κηποτεχνία ( 73 ) Μελισσοκομικά ( 48 ) Θάμνοι ( 33 ) Ζιζάνια ( 32 ) Εδώδιμα ( 25 ) Αρωματικά ( 20 ) Τοπία ( 19 ) Asteraceae ( 18 ) Lamiaceae ( 18 ) Μανιτάρια ( 16 ) Βιοφυτοφάρμακα ( 14 ) Boraginaceae ( 12 ) Brassicaceae ( 11 ) Υδρόβια ( 11 ) Ενδημικά ( 8 ) Ορχιδέες ( 8 ) Χασμόφυτα ( 7 ) Apiaceae ( 6 ) Euphorbiaceae ( 6 ) Fabaceae ( 6 ) Rosaceae ( 6 ) Δένδρα ( 6 ) Ranunculaceae ( 5 ) Παράσιτα ( 5 ) Hypericaceae ( 4 ) Iridaceae ( 4 ) Plantaginaceae ( 4 ) Scrophulariaceae ( 4 ) Anacardiaceae ( 3 ) Asphodelaceae ( 3 ) Campanulaceae ( 3 ) Orobanchaceae ( 3 ) Papaveraceae ( 3 ) Αρθρογραφία ( 3 ) Amaryllidaceae ( 2 ) Araceae ( 2 ) Asparagaceae ( 2 ) Caprifoliaceae ( 2 ) Cyperaceae ( 2 ) Ericaceae ( 2 ) Gentianaceae ( 2 ) Liliaceae ( 2 ) Malvaceae ( 2 ) Paeoniaceae ( 2 ) Polygonaceae ( 2 ) Rubiaceae ( 2 ) Sapindaceae ( 2 ) Urticaceae ( 2 ) Αλλόχθονα ( 2 ) Acanthaceae ( 1 ) Adoxaceae ( 1 ) Amanitaceae ( 1 ) Aristolochiaceae ( 1 ) Bankeraceae ( 1 ) Boletaceae ( 1 ) Cactaceae ( 1 ) Capparaceae ( 1 ) Caryophyllaceae ( 1 ) Cornaceae ( 1 ) Crassulaceae ( 1 ) Cucurbitaceae ( 1 ) Fistulinaceae ( 1 ) Ganodermataceae ( 1 ) Gesneriaceae ( 1 ) Hydrophyllaceae ( 1 ) Lentibulariaceae ( 1 ) Morchellaceae ( 1 ) Oleaceae ( 1 ) Phallaceae ( 1 ) Plumbaginaceae ( 1 ) Poaceae ( 1 ) Primulaceae ( 1 ) Rafflesiaceae ( 1 ) Resedaceae ( 1 ) Smilacaceae ( 1 ) Tamaricaceae ( 1 ) Thymelaeaceae ( 1 ) Typhaceae ( 1 ) Violaceae ( 1 ) Viscaceae ( 1 ) Πτεριδόφυτα ( 1 ) Σαρκοφάγα ( 1 )

Αναγνώστες

Popular Posts

Translate

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Follow by Email

Συνολικές προβολές σελίδας