Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κηποτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κηποτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 1 Μαΐου 2024

Aubrieta deltoidea, (L.) D.C.


Κοινή ονομασία
: Ωμπριέτα η δελτοειδής, Αουβριετία η διάμεσος

Οικογένεια: Brassicaceae

Συνώνυμα: Alyssum deltoideum L. 1763 - Aubrieta deltoidea (L.) DC. var. Deltoidea - Aubrieta integrifolia Fisch. & C. A. Mey. - Aubrieta graeca Griseb - Aubrieta intermedia Boiss.


Περιγραφή: Χλοάζων πόα με ξυλώδεις μίσχους μόνο στη βάση, γενικά μικρού μεγέθους. Βλαστοί κοντοί, 5-10 εκατοστά, επικλινείς προς ανιόντες. Φύλλα με κοντό μίσχο, κατ’ εναλλαγή, ωοειδή-λογχοειδή, σπατουλοειδή, και αραιά οδοντωτά στα πλάγια 4 x 10-12 χιλιοστά, χρώματος γκρίζου, καλυμμένα με
αστεροειδείς τρίχες. Άνθη ιώδη ή ρόδινα με κίτρινο φάρυγγα. Τα δύο από τα 4 σέπαλα φέρουν ένα μικρό εξόγκωμα. Οι σπόροι είναι ωοειδείς συμπιεσμένοι καφέ χρώματος. Ανθοφορία από Μάρτιο έως Ιούνιο.


Βιότοπος: Σε βραχώδεις ασβεστολιθικές πλαγιές, ασβεστολιθικοί βράχοι, σχισμές και Κορυφές, 300‒2400 μέτρα.

Εξάπλωση - Καταγωγή: Φυτό της μεσογείου με εξάπλωση σε όλη την Ελλάδα.

Πληροφορίες: Καλλιεργείται ως καλλωπιστικό. Το όνομα γένους, τιμά τον Γάλλο καλλιτέχνη του 17ου αιώνα, Claude Aubriet, ο οποίος είχε τη θέση του Βασιλικού Βοτανικού Ζωγράφου στον Γαλλικό Βασιλικό Κήπο και ήταν συνοδός του Tournefort στο ταξίδι του στην Ανατολή.

Vascular plants of Greece checklist

0

Κυριακή 9 Μαΐου 2021

Papaver somniferum, L.

 

Κοινή ονομασία: Μήκων η υπνοφόρος, Παπαρούνα, Ύπνος, Αφιόνι, White Poppy, dormideira-brava, amapolona, almidera

Οικογένεια: Papaveraceae

Συνώνυμα: Papaver album Mill. - Papaver hortense Hussenotnomilleg. - Papaver officinale C. C. Gmel. - Papaver somniferum subsp. hortense Arcang. - Papaver somniferum subsp. nigrum (DC.) Thell. - Papaver somniferum subsp. nigrum Schübl. GMartens


Περιγραφή: Είναι ετήσιο ή διετές ποώδες φυτό με ύψους 60 ± 150 εκατοστά. Οι βλαστοί είναι όρθιοι, λαμπεροί, μερικές φορές με λίγες τρίχες σπάνια διακλαδιζόμενοι. Τα φύλλα είναι μεγάλα όρθια, ωοειδή έως επιμήκη, οδοντωτά στη βάση, με βαθιές εγκολπώσεις τα κατώτερα. Άνθη σε μακριούς μίσχους, μεγάλα, μονήρη με 4, 8, πέταλα εύπτωτα, λευκά έως μοβ, γαλάζια ή κόκκινα, μήκους 5 7 εκατοστά. Σέπαλα δύο, γυαλιστερά, με μπουμπούκια που κρέμονται. Υπάρχουν πολυάριθμοι στήμονες με λευκά νήματα και σκούρους ανθήρες. Η ωοθήκη επιφυής, πολυκαρπική, χωρίς στύλο και καλύπτεται από έναν στιγματικό δίσκο χωρισμένο σε 8 ÷ 12 λοβούς. Ανθίζει σχεδόν όλο το χρόνο σε τροπικές περιοχές, ενώ αλλού την άνοιξη και το καλοκαίρι. Ο καρπός είναι κάψα, ωοειδής έως σφαιρική, υαλώδης, μήκους 4, 6 εκατοστά, και διαμέτρου 3,5, 4 εκατοστά.

Βιότοπος: Καλλιεργείται στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, τη Μικρά Ασία και τη Νοτιοανατολική Ασία, σε όλο τον κόσμο σε διαφορετικές ποικιλίες τόσο ως διακοσμητικό όσο και ως έλαιο. Προτιμά εδάφη πλούσια σε ασβέστιο, που βρίσκονται σε ηλιόλουστες περιοχές. 0 ÷ 1.500 m dl, έως 1300 μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας.

Εξάπλωση – Καταγωγή: Φυτό της παραμεσόγειας ζώνης αλλά με επεκτάσεις στα βόρεια και ανατολικά (Ζώνη της αμπέλου, Χάρτης από The Euro+Med PlantBase), Σήμερα σχεδόν όλες τις περιοχές του κόσμου.

Πληροφορίες: Το φυτό καλλιεργείται εμπορικά σε πολλά μέρη του κόσμου, κυρίως στην Ινδία, το Αφγανιστάν, την Κίνα, την Αίγυπτο, το ασιατικό τμήμα της Τουρκίας, το Ιράν, τη νοτιοανατολική Ευρώπη, το Νεπάλ και το Μιανμάρ. Η παπαρούνα και το όπιο έχουν χρησιμοποιηθεί από αμνημονεύτων χρόνων. Το γαλακτώδες εξίδρωμα ή το λατέξ ονομάστηκε opion από τους αρχαίους Έλληνες, προερχόμενο από την λέξη οπός που σημαίνει χυμός, που αργότερα έγινε όπιον το σύγχρονο όνομά του. Το όπιο είναι το αποξηραμένο λατέξ και η δρόγη της παπαρούνας είναι το αποξηραμένο φυτό εκτός από τους σπόρους. Τα εκχυλίσματα της παπαρούνας χρησιμοποιήθηκαν για να εξουδετερώσουν τον πόνο της χειρουργικής επέμβασης κατά τα αρχαία χρόνια, και συνδυάστηκαν επίσης με άλλα φυτικά εκχυλίσματα με ηρεμιστικές ιδιότητες, ως μια πρωτόγονη μορφή αναισθησίας. Τα περισσότερα από αυτά τα ηρεμιστικά φυτά ανήκουν στη βοτανική οικογένεια, Solanaceae. Οι Ρωμαίοι γνώριζαν επίσης ότι η αναισθητική δύναμη των φυτών Solanaceae αυξήθηκε όταν συνδυάστηκαν με εκχυλίσματα από την παπαρούνα. Τον 16ο και 17ο αιώνα στην Ευρώπη, τα παρασκευάσματα οπίου διατέθηκαν στην αγορά ως σκόνη από τους Laudanum και Dover και χρησιμοποιήθηκαν ευρέως για την ανακούφιση του πόνου.

Unani γιατροί χρησιμοποιούν το όπιο για τη θεραπεία μέτριου έως σοβαρού πόνου πλευρίτιδας, ισχιαλγίας και αρθρίτιδας, χρόνιου κρυολογήματος, βήχα λόγω ερεθισμού των νεύρων, οφθαλμίτιδας και χρόνιας δυσεντερίας. Είναι επίσης χρήσιμο στην πρόωρη εκσπερμάτωση, αιματηρή και διώδη μηνιγγίτιδα, μελαγχολία και σχιζοφρένεια. Η κάψα και οι σπόροι περιέχουν ένα μεγάλο ποσοστό σταθερού ελαίου, ανοιχτόχρυσου χρώματος, ευχάριστης οσμής, στεγνώνει εύκολα και χρησιμοποιήθηκε ως τροφή ή καύση σε λαμπτήρες. Πριν από περισσότερα από 200 χρόνια, μεταξύ 1803 και 1805, η φαρμακολογικά δραστική καθαρή ένωση, η μορφίνη, απομονώθηκε από τον Γερμανό φαρμακοποιό, Friedrich Sertürner, από λοβό καρπού παπαρούνας και πιστεύεται ότι είναι η πρώτη απομόνωση ενός δραστικού συστατικού από φυτική πηγή.

Για τις φαρμακευτικές της ιδιότητες, η παπαρούνα χρησιμοποιείται από την προϊστορική εποχή στην Ελλάδα ως φάρμακο ηρεμιστικό, υπνωτικό, καταπραϋντικό. Δραστικές Ουσίες: Μορφίνη, ναρκωτίνη, κωδεϊνη, παπαβερίνη, θηβαΐνη, ναρκεΐνη (αλκαλοειδή του οπίου, δηλαδή του γαλακτώδους πηχτού χυμού, που παράγεται όταν χαράζονται οι κάψες του φυτού και ξηραίνεται στον αέρα), ρητίνη, λίπη, κηρός, λεύκωμα.

Akbar S. (2020) Papaver somniferum L. (Papaveraceae). In: Handbook of 200 Medicinal Plants. Springer, Cham. https://doi.org/10.1007/978-3-030-16807-0_142





0

Παρασκευή 16 Απριλίου 2021

Rhamnus alaternus, L.



Κοινή ονομασία: Ράμνος ο αλάτερνος, Χρυσόξυλον, Φιλύκα, Λευκάγκαθο, Κιτρινόξυλο, Ελαίτρινος, Αμπαλόρος, Λατσιχερά, Λατσιχερά, Καψουλιά, Καζουλόρραχος, Γρυνόξυλο, Γρουσόξυλον,  Alaterne, Mediterranean Buckthorn.

Οικογένεια: Rhamnaceae

Συνώνυμα: Rhamnus alaternus L. subsp. Alaternus - Rhamnus myrtifolia Willk. -Rhamnus clusii Willd.



Περιγραφή: Είναι σφαιρικός, αειθαλής θάμνος με ύψος 3- 5 μέτρα και διάμετρο 1,5 -2 μέτρα. Οι νεαροί βλαστοί έχουν κόκκινο χρώμα. Τα φύλλα είναι γυαλιστερά, πράσινα, δερματώδη, ελλειπτικά ή ωοειδή με οδοντωτά χείλη, αντίθετα 2-5 εκατοστά. Τα άνθη έχουν πρασινοκίτρινο χρώμα και εκφύονται σε ταξιανθίες βότρυ στις μασχάλες νεαρών βλαστών. Τα αρσενικά με 4 στήμονες και ένα υποανάπτυκτο ύπερο, τα δε θηλυκά με μία πολύχωρη ωοθήκη, όρθια σέπαλα και ψηλό στύλο που καταλήγει σε τετραμερές στίγμα. Ανθίζει από τον Φεβρουάριο έως τον Απρίλιο. Ο καρπός είναι ράγα κόκκινος που αργότερα γίνεται μαύρος με 2 έως 4 σπόρους.

Βιότοπος: Αναπτύσσεται σε ηλιόλουστες και ημισκιερές θέσεις, ακόμα και σε ξηρά, παραθαλάσσια και φτωχά εδάφη Θαμνότοπους, βραχώδη πλαγιές, ξέφωτα δασών, ακαλλιέργητοι αγροί και παρυφές καλλιεργούμενων αγρών, ελαιώνες, πρανή δρόμων, έως 700 μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας.



Εξάπλωση – Καταγωγή: Φυτό της παραμεσόγειας ζώνης (Χάρτης από The Euro+Med PlantBase).

Πληροφορίες: Το Rhamnus alaternus L. μοιάζει πολύ με το Phillyrea latifoglia L., με το οποίο μοιράζεται εν μέρει το βιότοπο. Οι κύριες διαφορές είναι ότι Το Phillyrea latifoglia L. έχει πάντα αντίθετα φύλλα, πάντα τετράμετρα άνθη με πέταλα και ξύλο που εάν χαράσσεται δεν εκπέμπει δυσάρεστη οσμή. Είναι καλό μελισσοκομικό φυτό που δίνει άφθονη γύρη αλλά και νέκταρ σε μια δύσκολη εποχή. Καλλωπιστικό φυτό.


0

Δευτέρα 9 Νοεμβρίου 2020

Pinus heldreichii, H. Christ

Κοινή ονομασία: Ρόμπολο, Πεύκη του Χελδράιχ, Λευκόδερμη πεύκη, Βοσνιακό πεύκο, Bosnian pine, whitebark pine, Heldreich pine

Οικογένεια: Pinaceae

Συνώνυμα: Pinus leucodermis Antoine - Pinus heldreichii subsp. leucodermis (Antoine) E. Murray - Pinus heldreichii var. leucodermis (Antoine) Fitschen - Pinus heldreichii var. pancicii Fukarek

Περιγραφή: Δέντρο ύψους μέχρι 30 μέτρα, ενίοτε θαμνόμορφο σε μεγάλα υψόμετρα. Η κόμη του είναι ωοειδής-κωνική, με κλαδιά σε νεαρή ηλικία ανορθούμενα. Ο φλοιός του είναι γκριζόλευκος, ο οποίος σε μεγάλης ηλικίας δέντρα σχίζεται και σχηματίζει μικρά ρομβοειδή ή πολυγωνικά λέπια. Η διάμετρος του κορμού ξεπερνάει τα 2 μέτρα.  Οι κλαδίσκοι είναι γκρίζοι, γυμνοί και ανάγλυφα φολιδωτοί, λόγω της παρουσίας προσκεφάλαιων μετά την πτώση των βελονών. Οι οφθαλμοί είναι ωοειδείς, με απότομα οξυμένη λευκή κορυφή, χωρίς ρητίνη. Οι βελόνες φύονται σε ζεύγη μήκους 6-10 cm, είναι σκουροπράσινες, κυρτές και δύσκαμπτες. Σχηματίζουν φούντες που περιβάλλουν τους κλαδίσκους. Οι αρσενικοί κωνίσκοι είναι ωοειδείς και κίτρινοι, ενώ οι θηλυκοί ερυθροϊώδεις. Η άνθηση γίνεται κατά τον Απρίλιο-Μάιο. Οι κώνοι, μήκους 6-8 cm, είναι ωοειδείς, απόδισκοι ή σχεδόν απόδισκοι. Τα καρπόφυλλα είναι δερματώδη, έχουν απόφυση με πτυχώσεις και ομφαλό που καταλήγει σε μικρό οξύ αγκάθι. Η ωρίμανση γίνεται κατά τον Σεπτέμβριο-Οκτώβριο του δεύτερου έτους από την επικονίαση. Τα σπέρματα έχουν πτερύγιο μήκους 2,5 cm.

Βιότοπος: Είναι το πλέον ψυχρόβιο από τα αυτοφυή είδη πεύκης. Αναπτύσσεται σε αβαθή πετρώδη εδάφη σε ασβεστολιθικά ή υπερβασικά πετρώματα και σπανιότερα σε γρανίτες. Συχνά, σε χαμηλότερα υψόμετρα απαντάται σε μικτά δάση με τη μαύρη πεύκη, ενώ σε μεγάλα υψόμετρα σχηματίζει αμιγές δάσος. Σε υψόμετρο από 1.300 έως 2.600 m.

Εξάπλωση - Καταγωγή: Η P. heldreichii εμφανίζεται σποραδικά σε όρη της Βαλκανικής χερσονήσου και στη νότια Ιταλία (Καλαβρία). Η σημερινή της εξάπλωση θεωρείται υπολειμματική, σε σχέση με ευρύτερη της προπαγετωνικής περιόδου. Είναι είδος βραδυαυξές, προσαρμοσμένο στις συνθήκες της υπαλπικής ζώνης των υψηλών βουνών της Βαλκανικής. Υπάρχουν διάσπαρτοι μικροί πληθυσμοί P. heldreichii που επιβιώνουν σε βραχώδεις ασβεστολιθικές πλαγιές σε υψόμετρα 2.200-2.650 m. Στην Ελλάδα εμφανίζεται στη Β. Πίνδο, το Βούρινο, το Βέρμιο, τον Όρβηλο και τον Όλυμπο.

Πληροφορίες:  Το Pinus heldreichii, είναι το δένδρο που απαντάται στο μεγαλύτερο υψόμετρο από οποιοδήποτε άλλο στα όρη της Β. Ελλάδας. Πρόκειται για ένα από τα πιο ψυχρόβια είδη, λιτοδίαιτο και φωτόφιλο, το οποίο σχηματίζει χαμηλότερα μεικτές συστάδες και σε μεγάλο υψόμετρο αμιγείς, πάνω σε ασβεστόλιθους, σερπεντίνη ή γρανίτη. Η υψομετρική του κατανομή ξεκινάει από τα 1.300 m και φτάνει στα 2.300 m, ενώ στον Όλυμπο σε υψόμετρο 2.600 m σχηματίζει, σε νανώδη μορφή, τα υψηλότερα δεντροόρια της Βαλκανικής (Strid, 1980, Ντάφης, 1989, Boratynski et al., 1992).


Κοράκης Γ. 2015. Δασική Βοτανική – Αυτοφυή Δέντρα και Θάμνοι της Ελλάδας. Ελληνικά Ακαδημαϊκά Ηλεκτρονικά Συγγράμματα και Βοηθήματα 620 σελίδες

0

Κυριακή 8 Νοεμβρίου 2020

Buxus sempervirens, L.

Κοινή ονομασία: Πύξος ο αειθαλής, Πυξός, Πυξάρι, Τσιμισήρι, Τσιμσίρι, buxo, boxe, boix, Boxwood.

Οικογένεια: Buxaceae

Συνώνυμα: Buxus myrtifolia Lam.

Περιγραφή: Αειθαλής θάμνος, αργής ανάπτυξης, με κόμη ελλειψοειδούς μέχρι σφαιρικής μορφής, πολύ πυκνής βλάστησης, φτάνει σε ύψος τα 2-3 m και ίδιας περίπου διαμέτρου. Τα φύλλα του είναι απλά, μικρά, ακέραια, αντίθετα, σκληρά, δερματώδη, γυαλιστερά, σκουροπράσινα στην πάνω επιφάνεια, ανοιχτότερου πράσινου χρωματισμού στην κάτω, σε πολύ πυκνή διάταξη πάνω στο βλαστό. Τα άνθη είναι μονογενή, ασήμαντα, πολύ μικρά, πράσινα κιτρινωπά, σε μικρές μασχαλιαίες ταξιανθίες. Κάθε θύσανος έχει ένα επάκριο θηλυκό με 5 έως 6 πέταλα και τα υπόλοιπα με 4 πέταλα αρσενικά και εμφανίζονται τον Απρίλιο. Ο καρπός είναι καστανόχρωμη κάψα.

Βιότοπος: Απαντάται σε ηλιόλουστες και σε ημισκιερές τοποθεσίες, σε δάση κυρίως δρυός μαζί με σχίνους, ακόμη και σε φτωχά μετρίως υγρά, καλά στραγγιζόμενα εδάφη, πλούσια σε ασβέστιο, σερπετινικά και σε υψόμετρο μέχρι 1600 μέτρα. Είναι ανθεκτικό σε χαμηλές θερμοκρασίες.

Εξάπλωση - Καταγωγή: Στην δυτική και νότια Ευρώπη, ΒΔ Αφρική και ΝΔ Ασία.



Πληροφορίες: Στο γένος Buxus ανήκουν περισσότερα από 70 αειθαλή είδη, κυρίως θάμνων και λίγων μικρών δένδρων, αργής ανάπτυξης, ιθαγενών σε πολλά μέρη της υφηλίου. Τα είδη κατατάσσονται σε τρεις ομάδες, στην πρώτη ανήκουν τα ιθαγενή γένη της Ευρασίας, στη δεύτερη αυτά της Αφρικής και της Μαδαγασκάρης και στη τρίτη τα Αμερικανικά.  Από όλα τα είδη μόνο το Buxus sempervirens χρησιμοποιείται σαν καλλωπιστικό φυτό. Έχουν μάλιστα δημιουργηθεί περισσότερες από 200 ποικιλίες αυτού του είδους, που είναι αυτοφυές στη χώρα μας.

Οι κυριότερες ποικιλίες είναι:

Buxus sempervirens ‘Rotundifolia’. Ποικιλία σχετικά γρήγορης ανάπτυξης, από το τυπικό είδος, έχει φύλλα σχεδόν στρογγυλά. Είναι η συχνότερα χρησιμοποιούμενη ποικιλία.

Buxus sempervirens ‘Myrtifolia’. Νάνα ποικιλία με ύψος που φτάνει το 0,7 έως 1 m και φύλλα πάρα πολύ μικρά (6-20 mm).

Buxus sempervirens ‘Suffruticosa’ syn. Buxus pulina. Ποικιλία με νάνα ανάπτυξη και με πολύ μικρά φύλλα, και κόμη σφαιρικής μορφής, ιδανικό για πολύ χαμηλές μπορντούρες. Πολύ βραδείας ανάπτυξης, μόλις 2 cm το χρόνο, μπορεί να διατηρηθεί σε ύψος μέχρι 15 cm.

Είναι πρώτη πηγή γύρης για τις μέλισσες και δίνει κίτρινη γύρη και πορτοκαλί μέλι.

Όλα τα μέρη του φυτού είναι δηλητηριώδη, ιδιαίτερα τα φύλλα και ο φλοιός.

0

Τρίτη 24 Σεπτεμβρίου 2019

Ptilostemon gnaphaloides, (L.) Less. subsp. pseudofruticosus, (Pamp.) Greuter




Κοινή ονομασία: Πτιλόστεμο το γναφαλοϊδές υποείδος ο φευδοθαμνώδης
Οικογένεια: Asteraceae
Συνώνυμα: Ptilostemon gnaphaloides (Cyr.) Soják subsp. pseudofructicosus (Pamp.) Greuter - Cirsium chamaepeuce (L.) Ten., - Chamaepeuce fruticosa (Desf.) DC.
Περιγραφή: Μικρός θάμνος με ύψος μέχρι 1 μέτρο και χνουδωτούς ανθοφόρους βλαστούς. Τα φύλλα είναι γραμμοειδή με πυκνό άσπρο χνούδι στην κάτω επιφάνεια. Αυτά της βάσης είναι ελαφρώς διευρυμένα, μυτερά και μικρότερα από τα υπόλοιπα. Ανθίζει από τον Απρίλιο μέχρι τον Ιούλιο
Βιότοπος: Απαντάται σε βραχώδεις θέσεις που βρίσκονται κοντά σε θάλασσα και ξέφωτα πευκοδασών, πετρώδεις πλαγιές, σχισμές βράχων και κρημνούς έως τα 100 μέτρα Υψόμετρο.
Εξάπλωση - Καταγωγή: Είναι της φυτό ανατολικής Μεσογείου.
Πληροφορίες: το P. Gnaphaloides subsp. speudofruticosus εμφανίζει παρόμοιες οικολογικές απαιτήσεις  με το P. Chamaepeuce.


0

Κυριακή 22 Σεπτεμβρίου 2019

Rhus coriaria, L.


Κοινή ονομασία: Ρους ο βυρσοδεψικός, Σουμάκι, Ρούδι, Βρύσο, Βυρσιά, Tanner's Sumach, Sicilian Sumac
Οικογένεια: Anacardiaceae
Συνώνυμα: Rhus cotinus L. - Toxicodendron coriaria (L.) Kuntze -- Rhus ornifolia Pall. ex Gueldenst
Περιγραφή: Αειθαλής (πιο σπάνια φυλλοβόλος) θάμνος ή μικρό δέντρο έως 3 μέτρα ύψος. Τα φύλλα είναι εναλλασσόμενα, σύνθετα, περιττόληκτα δερματώδη. Τα φυλλάρια είναι ωοειδή έως επιμήκη, με περίμετρο οδοντωτή. Τα άνθη είναι μικρά, 5μερή, τα οποία σχηματίζουν μασχαλιαίες ή ακραίες φόβες 10 εκατοστά. Ανθίζει από Ιούλιο έως Αύγουστο. Ο καρπός είναι δρύπη.
Βιότοπος: Σε περιοχές με υψόμετρο από 800 έως 1400 μέτρα.
Εξάπλωση - Καταγωγή: Απαντάται σε όλη σχεδόν τη Μεσόγειο με το εύρος του είδους να έχει πλέον αναγνωριστεί ως το Τατζικιστάν και το Ουζμπεκιστάν (IUCN, 2007).
Πληροφορίες: Η ονομασία Ρούδι προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη ρους ενώ η ονομασία σουμάκι από την αραβική summaq που σημαίνει κόκκινο. Χρησιμοποιείται ευρέως στην κουζίνα της ανατολής όπου πολλές φορές το χρησιμοποιούν αντί για λεμόνι ή ξύδι. Παλαιότερα χρησιμοποιείτο στην βυρσοδεψία.


0

Δευτέρα 19 Νοεμβρίου 2018

Sternbergia lutea, (L.) Ker Gawl. ex Spreng.

Κοινή ονομασία: Στερνμπέργκια η κίτρινη, Κίτρινο κρινάκι, Αγριόκρινος, Λαλές, Αγριολαλές, Κρόκος του Φθινοπώρου, Κίτρινη πούλα, Ξυνάκι, Yellow Star Flower, Winter Daffodil
Οικογένεια: Amaryllidaceae
Συνώνυμα: Amaryllis lutea L. - Oporanthus luteus (L.) Herb. - Oporanthus siculus (Tineo ex Guss.) Parl. - Sternbergia aurantiaca Dinsm. - Sternbergia greuteriana Kamari & R. Artelari - Sternbergia lutea subsp. sicula (Tineo ex Guss.) K. Richt. - Sternbergia sicula Tineo ex Guss.
Περιγραφή: Πολυετής πόα με ωοειδή βολβό. Οι βλαστοί απουσιάζουν αλλά υπάρχουν ανθοφόρα στελέχη έως 30 εκ. ύψους. Τα φύλλα λογχοειδή με στρογγυλή κορυφή,

πλάτους 4-15 χιλ. εκπτύσσονται μαζί με τα άνθη, ο σωλήνας του περιγονίου μικρότερος των λοβών του, στενός και μακρύς. Τα άνθη ανά 1-2 σε ανθοφόρο κολεοφόρο στέλεχος, κίτρινα, με χοανοειδές περιγόνιο. Στήμονες 6, οι 3 βραχύτεροι. Στύλος 1, νηματοειδής. Καρπός σαρκώδης. Ανθίζει Σεπτέμβριο με Οκτώβριο.
Βιότοπος: Απαντάται σε πετρώδεις και ξηρές τοποθεσίες, σε θαμνότοπους, σε φρύγανα, σε ξέφωτα δασών, συνήθως σε χαμηλό υψόμετρο έως τα 1200 μέτρα.
Εξάπλωση - Καταγωγή: Ενδημικό είδος της μεσογείου, απαντάται σχεδόν σε όλη την Ελλάδα, την Νότια Ευρώπη, Μέση Ανατολή και Ασία
Πληροφορίες: Είναι μελισσοκομικό φυτό. Πολλά είδη καλλιεργούνται σαν καλλωπιστικά και έχουν εξαπλωθεί σε όλον τον κόσμο.
0

Σάββατο 7 Ιουλίου 2018

Salvia argentea, L.


Κοινή ονομασία: Σάλβια η αργυρή, Silver Sage
Οικογένεια: Lamiaceae
Συνώνυμα: Salvia alpestris Hausskn. ex Nyman; Salvia argentea subsp. patula (Desf.) Maire - Salvia atlantica Pers. - Salvia aurasiaca Pomel - Salvia patula Desf. - Salvia rhodopea Velen. - Salvia saccata Pourr. ex Willk. & Lange - Salvia suaveolens Pomel; Salvia tmolea Boiss. - Sclarea argentea (L.) Mill.;

Περιγραφή:  Διετής ή πολυετής πόα με διακλαδισμένο βλαστό που φτάνει τα 70 εκατοστά ύψος. Τα φύλλα είναι απλά μακρόμισχα, έχουν μια αργυρόχρωμη εμφάνιση, είναι μεγάλα με βελούδινη υφή, καλυμμένα με πυκνό χνούδι και βρίσκονται κυρίως στην βάση. Το έλασμα τους είναι ελλειπτικό ωοειδές με την περίμετρο ανώμαλα οδοντωτή. Η ταξιανθία είναι αραιά διακλαδισμένη αδενωδώς τριχωτή και ιδιαίτερα κολλώδης. Σπόνδυλοι με 4-8 άνθη με τα βράκτια μικρότερα ή ίσια με τον κάλυκα. Στεφάνη περίπου 3 εκατοστά, λευκή με μικρές τρίχες και άμισχους αδένες. Το άνω χείλος είναι δρεπανοειδές με το στίγμα να εξέρχεται μακρύτερο από τους στήμονες.
Βιότοπος: Πετρώδης ξηρές θέσεις, σάρες και παρυφές δρόμων έως τα από 1500 έως 2200 μέτρα υψόμετρο.
Εξάπλωση - Καταγωγή: Είναι ενδημικό φυτό της Μεσογείου και στην Ελλάδα απαντάται από τα βόρεια έως την Πελοπόννησο.
Πληροφορίες: Η Salvia argentea είναι καλλωπιστικό φυτό, που χρησιμοποιείται κυρίως για το φύλλωμα του. Το όνομα του είδους argentea σημαίνει ασημένια. Είδος με μεγάλη ομοιότητα είναι η S. aethiopis.





0

Σάββατο 9 Ιουνίου 2018

Salvia sclarea, L.


Κοινή ονομασία: Σάλβια η ερυθρανθής, Άγιος Γιάννης, Γοργόγιαννη

Οικογένεια: Lamiaceae
Συνώνυμα: Aethiopis sclarea (L.) Fourr. - Salvia altilabrosa Pan - Salvia calostachya Gand. - Salvia coarctata Vahl - Salvia foetida Lam. - Salvia haematodes Scop., nom. illeg. - Salvia lucana Cavara & Grande - Salvia pamirica Gand. - Salvia simsiana Schult. - Salvia turkestanica Noter - Sclarea tingitana (Etl.) Raf. - Sclarea vulgaris Mill.








0

Δευτέρα 30 Απριλίου 2018

Iris reichenbachii, Heuff


Κοινή ονομασία: Ίριδα του Reichenbach
Οικογένεια: Iridaceae
Συνώνυμα: Iris balkana Janka - Iris bosniaca (Beck) Dörfl. - Iris athoa Foster- Iris chamaeiris subsp. balkana (Janka) Κ. Richt. - Iris livida James Booth ex Μerg, nom. - Iris serbica Pančiί - Iris scorpii Velen. - Iris virescens subsp. Bosnian (Beck) Κ. Richt., - Iris virescens subspreichenbachii (Heuff.) Nyman


 Περιγραφή: Πολυετές φυτό με υπόγειο ρίζωμα, ύψους 6-30 εκατοστά. Τα φύλλα είναι σπαθοειδή, συχνά κουρελιασμένα, μήκους 8-35 εκατοστών και πλάτους 5-15 εκατοστών. Τα άνθη είναι ένα ή δύο στο τέλος κάθε ανθικού στελέχους, τα πέταλα έχουν χρώμα ανοιχτό κίτρινο, ή μπλε-ιώδες, με μοβ νεύρα. Τα εξωτερικά τέπαλα κρέμονται γυριστά και έχουν πυκνό τρίχωμα στην μέση.  Τα εσωτερικά είναι μεγαλύτερα, όρθια με στίγματα στην κάτω πλευρά. Ο καρπός είναι μια κάψα. Ανθίζει από τα τέλη Απριλίου μέχρι τον Ιούνιο.
Βιότοπος: Αυτή η ίριδα απαντάται σε ορεινούς βοσκότοπους, σε χλοώδεις ασβεστολιθικούς βράχους, πετρώδεις πλαγιές, ξέφωτα δασών, οφιόλιθους, και υποαλπικά λιβάδια, σε υψόμετρο μεταξύ 600 και 2100 μέτρων.
Εξάπλωση - Καταγωγή: Είναι ενδημικό φυτό της Βαλκανικής Χερσονήσου (Βοσνία και Ερζεγοβίνη, Μαυροβούνιο, Σερβία, FYROM, Βουλγαρία, Ρουμανία Β. Ελλάδα).
Πληροφορίες: Το είδος προέρχεται από τη Βαλκανική Χερσόνησο, από τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία μέσω της Σερβίας και στην Ελλάδα. Ένα παρόμοιο είδος, I. suaveolens, είναι μικρότερο.



0

Κυριακή 22 Απριλίου 2018

Matthiola tricuspidata,(L.) R. Br.


Κοινή ονομασία: Ματθιόλα η τρικέρατη, Βιολέτα του Γυαλού, Mediterranean Stock
Οικογένεια: Brassicaceae

Συνώνυμα: Cheiranthus tricuspidatus L. - Matthiola tricuspidata subsp. pseudoxyceras Jafri






0



Οι φωτογραφίες είναι ιδιοκτησία των συντακτών του phytologio.blogspot.com. Μπορείτε να εκτυπώσετε φωτογραφίες για προσωπική χρήση, υπό την προϋπόθεση ότι το λογότυπο δεν θα απομακρύνεται. Σε εργασίες και παρουσιάσεις θα γίνεται αναφορά στην ιστοσελίδα μας. Εάν σας ενδιαφέρει να χρησιμοποιήσετε καποια φωτογραφία σε μια δημοσίευση, παρακαλούμε επικοινωνήστε μαζί μας.

Από το Blogger.

Ετικέτες

Φυτά ( 250 ) Φαρμακευτικά ( 134 ) Κηποτεχνία ( 99 ) Μελισσοκομικά ( 59 ) Θάμνοι ( 44 ) Ζιζάνια ( 40 ) Εδώδιμα ( 32 ) Asteraceae ( 26 ) Αρωματικά ( 26 ) Lamiaceae ( 25 ) Βιοφυτοφάρμακα ( 24 ) Τοπία ( 22 ) Χασμόφυτα ( 22 ) Μανιτάρια ( 17 ) Brassicaceae ( 16 ) Υδρόβια ( 15 ) Ενδημικά ( 14 ) Boraginaceae ( 13 ) Ορχιδέες ( 12 ) Fabaceae ( 10 ) Ranunculaceae ( 8 ) Rosaceae ( 8 ) Δένδρα ( 8 ) Euphorbiaceae ( 7 ) Apiaceae ( 6 ) Campanulaceae ( 6 ) Hypericaceae ( 6 ) Papaveraceae ( 6 ) Plantaginaceae ( 6 ) Παράσιτα ( 6 ) Amaryllidaceae ( 5 ) Caryophyllaceae ( 5 ) Iridaceae ( 5 ) Scrophulariaceae ( 5 ) Anacardiaceae ( 4 ) Caprifoliaceae ( 4 ) Liliaceae ( 4 ) Orobanchaceae ( 4 ) Asphodelaceae ( 3 ) Geraniaceae ( 3 ) Malvaceae ( 3 ) Urticaceae ( 3 ) Αλλόχθονα ( 3 ) Αρθρογραφία ( 3 ) Amanitaceae ( 2 ) Araceae ( 2 ) Asparagaceae ( 2 ) Crassulaceae ( 2 ) Cyperaceae ( 2 ) Ericaceae ( 2 ) Gentianaceae ( 2 ) Oleaceae ( 2 ) Oxalidaceae ( 2 ) Paeoniaceae ( 2 ) Plumbaginaceae ( 2 ) Polygonaceae ( 2 ) Rubiaceae ( 2 ) Sapindaceae ( 2 ) Thymelaeaceae ( 2 ) Υπερσυσσωρευτές ( 2 ) Acanthaceae ( 1 ) Adoxaceae ( 1 ) Aristolochiaceae ( 1 ) Bankeraceae ( 1 ) Boletaceae ( 1 ) Buxaceae ( 1 ) Cactaceae ( 1 ) Capparaceae ( 1 ) Cistaceae ( 1 ) Colchicaceae ( 1 ) Convolvulaceae ( 1 ) Cornaceae ( 1 ) Cucurbitaceae ( 1 ) Fistulinaceae ( 1 ) Ganodermataceae ( 1 ) Gesneriaceae ( 1 ) Hericiaceae ( 1 ) Hydrophyllaceae ( 1 ) Lentibulariaceae ( 1 ) Linaceae ( 1 ) Lobariaceae ( 1 ) Morchellaceae ( 1 ) Morinaceae ( 1 ) Onagraceae ( 1 ) Phallaceae ( 1 ) Pinaceae ( 1 ) Poaceae ( 1 ) Primulaceae ( 1 ) Rafflesiaceae ( 1 ) Resedaceae ( 1 ) Rhamnaceae ( 1 ) Smilacaceae ( 1 ) Tamaricaceae ( 1 ) Typhaceae ( 1 ) Verbenaceae ( 1 ) Violaceae ( 1 ) Viscaceae ( 1 ) Βρύα ( 1 ) Κτηνοτροφικά. ( 1 ) Λειχήνες ( 1 ) Πτεριδόφυτα ( 1 ) Σαρκοφάγα ( 1 )

Αναγνώστες

Popular Posts

Translate

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Συνολικές προβολές σελίδας