Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θάμνοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θάμνοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 16 Απριλίου 2021

Stachys major, (L.) Bartolucci & Peruzzi

 

Κοινή ονομασία: Πράσιο το μέγα, λαγουδόχορτο, λαγουδοπαξίμαδο, Prasio, White hedge-nettle

Οικογένεια: Lamiaceae

Συνώνυμα: Prasium majus L. - Prasium creticum Nyman - Prasium liparitanum Lojac. - Prasium minus L.



Περιγραφή: Πολυετές φρύγανο ή θάμνος με λείους, ξυλώδεις βλαστούς το οποίο φτάνει ακόμη και το 1 μέτρο ύψος. Το κάτω τμήμα του βλαστού είναι με γκρι-κιτρινωπό φλοιό και όρθια ή ανερχόμενη ανάπτυξη, ενώ το άνω λείο ή σχεδόν τριχωτό, πιο εύθραυστο, κόκκινου χρώματος. Τα φύλλα είναι αντίθετα καρδιοειδή, χλοοπράσινα, με έντονη νεύρωση, λεία στο κάτω μέρος και με τρίχες στο άνω, οδοντωτά, με μικρό μίσχο 1-2 εκατοστά. Τα άνθη είναι λευκά με ιώδη στίγματα και εμφανίζονται σε ζεύγη. Το άνω χείλος είναι θολωτό ενώ το κάτω τρίλοβο. Ανθίζει από τον Απρίλιο έως τον Ιούνιο. Ο καρπός σχιζοκάρπιο που σχηματίζεται από 4 σαρκώδη σφαιρικά μερικάρπια πράσινα στην αρχή που αργότερα γίνονται μαύρα.

Βιότοπος: Αναπτύσσεται σε ηλιόλουστες και ημισκιερές θέσεις, ακόμα και σε ξηρά, παραθαλάσσια και φτωχά εδάφη Θαμνότοπους, βραχώδη πλαγιές, ξέφωτα δασών, ακαλλιέργητοι αγροί και παρυφές καλλιεργούμενων αγρών, ελαιώνες, πρανή δρόμων, έως 700 μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας.

Εξάπλωση – Καταγωγή: Φυτό της παραμεσόγειας ζώνης (Ζώνη της ελιάς, Χάρτης από The Euro+Med PlantBase).

Πληροφορίες: Το γένος Prasium περιελάμβανε μόνο αυτό το είδος, που πρόσφατα συμπεριλήφθηκε στο γένος Stachys. Οι λαγοί βρίσκουν καταφύγιο κάτω από τα κλαδιά του και αγαπάνε πολύ τα τρυφερά του φύλλα, γι’ αυτό και ο ελληνικός λαός έδωσε στο φυτό το όνομα «λαγουδόχορτο». Είναι από τα πιο δημοφιλή λαχανευόμενα φυτά, μια και οι νεαροί βλαστοί του χρησιμοποιούνται στην μαγειρική.


0

Rhamnus alaternus, L.



Κοινή ονομασία: Ράμνος ο αλάτερνος, Χρυσόξυλον, Φιλύκα, Λευκάγκαθο, Κιτρινόξυλο, Ελαίτρινος, Αμπαλόρος, Λατσιχερά, Λατσιχερά, Καψουλιά, Καζουλόρραχος, Γρυνόξυλο, Γρουσόξυλον,  Alaterne, Mediterranean Buckthorn.

Οικογένεια: Rhamnaceae

Συνώνυμα: Rhamnus alaternus L. subsp. Alaternus - Rhamnus myrtifolia Willk. -Rhamnus clusii Willd.



Περιγραφή: Είναι σφαιρικός, αειθαλής θάμνος με ύψος 3- 5 μέτρα και διάμετρο 1,5 -2 μέτρα. Οι νεαροί βλαστοί έχουν κόκκινο χρώμα. Τα φύλλα είναι γυαλιστερά, πράσινα, δερματώδη, ελλειπτικά ή ωοειδή με οδοντωτά χείλη, αντίθετα 2-5 εκατοστά. Τα άνθη έχουν πρασινοκίτρινο χρώμα και εκφύονται σε ταξιανθίες βότρυ στις μασχάλες νεαρών βλαστών. Τα αρσενικά με 4 στήμονες και ένα υποανάπτυκτο ύπερο, τα δε θηλυκά με μία πολύχωρη ωοθήκη, όρθια σέπαλα και ψηλό στύλο που καταλήγει σε τετραμερές στίγμα. Ανθίζει από τον Φεβρουάριο έως τον Απρίλιο. Ο καρπός είναι ράγα κόκκινος που αργότερα γίνεται μαύρος με 2 έως 4 σπόρους.

Βιότοπος: Αναπτύσσεται σε ηλιόλουστες και ημισκιερές θέσεις, ακόμα και σε ξηρά, παραθαλάσσια και φτωχά εδάφη Θαμνότοπους, βραχώδη πλαγιές, ξέφωτα δασών, ακαλλιέργητοι αγροί και παρυφές καλλιεργούμενων αγρών, ελαιώνες, πρανή δρόμων, έως 700 μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας.



Εξάπλωση – Καταγωγή: Φυτό της παραμεσόγειας ζώνης (Χάρτης από The Euro+Med PlantBase).

Πληροφορίες: Το Rhamnus alaternus L. μοιάζει πολύ με το Phillyrea latifoglia L., με το οποίο μοιράζεται εν μέρει το βιότοπο. Οι κύριες διαφορές είναι ότι Το Phillyrea latifoglia L. έχει πάντα αντίθετα φύλλα, πάντα τετράμετρα άνθη με πέταλα και ξύλο που εάν χαράσσεται δεν εκπέμπει δυσάρεστη οσμή. Είναι καλό μελισσοκομικό φυτό που δίνει άφθονη γύρη αλλά και νέκταρ σε μια δύσκολη εποχή. Καλλωπιστικό φυτό.


0

Κυριακή 8 Νοεμβρίου 2020

Buxus sempervirens, L.

Κοινή ονομασία: Πύξος ο αειθαλής, Πυξός, Πυξάρι, Τσιμισήρι, Τσιμσίρι, buxo, boxe, boix, Boxwood.

Οικογένεια: Buxaceae

Συνώνυμα: Buxus myrtifolia Lam.

Περιγραφή: Αειθαλής θάμνος, αργής ανάπτυξης, με κόμη ελλειψοειδούς μέχρι σφαιρικής μορφής, πολύ πυκνής βλάστησης, φτάνει σε ύψος τα 2-3 m και ίδιας περίπου διαμέτρου. Τα φύλλα του είναι απλά, μικρά, ακέραια, αντίθετα, σκληρά, δερματώδη, γυαλιστερά, σκουροπράσινα στην πάνω επιφάνεια, ανοιχτότερου πράσινου χρωματισμού στην κάτω, σε πολύ πυκνή διάταξη πάνω στο βλαστό. Τα άνθη είναι μονογενή, ασήμαντα, πολύ μικρά, πράσινα κιτρινωπά, σε μικρές μασχαλιαίες ταξιανθίες. Κάθε θύσανος έχει ένα επάκριο θηλυκό με 5 έως 6 πέταλα και τα υπόλοιπα με 4 πέταλα αρσενικά και εμφανίζονται τον Απρίλιο. Ο καρπός είναι καστανόχρωμη κάψα.

Βιότοπος: Απαντάται σε ηλιόλουστες και σε ημισκιερές τοποθεσίες, σε δάση κυρίως δρυός μαζί με σχίνους, ακόμη και σε φτωχά μετρίως υγρά, καλά στραγγιζόμενα εδάφη, πλούσια σε ασβέστιο, σερπετινικά και σε υψόμετρο μέχρι 1600 μέτρα. Είναι ανθεκτικό σε χαμηλές θερμοκρασίες.

Εξάπλωση - Καταγωγή: Στην δυτική και νότια Ευρώπη, ΒΔ Αφρική και ΝΔ Ασία.



Πληροφορίες: Στο γένος Buxus ανήκουν περισσότερα από 70 αειθαλή είδη, κυρίως θάμνων και λίγων μικρών δένδρων, αργής ανάπτυξης, ιθαγενών σε πολλά μέρη της υφηλίου. Τα είδη κατατάσσονται σε τρεις ομάδες, στην πρώτη ανήκουν τα ιθαγενή γένη της Ευρασίας, στη δεύτερη αυτά της Αφρικής και της Μαδαγασκάρης και στη τρίτη τα Αμερικανικά.  Από όλα τα είδη μόνο το Buxus sempervirens χρησιμοποιείται σαν καλλωπιστικό φυτό. Έχουν μάλιστα δημιουργηθεί περισσότερες από 200 ποικιλίες αυτού του είδους, που είναι αυτοφυές στη χώρα μας.

Οι κυριότερες ποικιλίες είναι:

Buxus sempervirens ‘Rotundifolia’. Ποικιλία σχετικά γρήγορης ανάπτυξης, από το τυπικό είδος, έχει φύλλα σχεδόν στρογγυλά. Είναι η συχνότερα χρησιμοποιούμενη ποικιλία.

Buxus sempervirens ‘Myrtifolia’. Νάνα ποικιλία με ύψος που φτάνει το 0,7 έως 1 m και φύλλα πάρα πολύ μικρά (6-20 mm).

Buxus sempervirens ‘Suffruticosa’ syn. Buxus pulina. Ποικιλία με νάνα ανάπτυξη και με πολύ μικρά φύλλα, και κόμη σφαιρικής μορφής, ιδανικό για πολύ χαμηλές μπορντούρες. Πολύ βραδείας ανάπτυξης, μόλις 2 cm το χρόνο, μπορεί να διατηρηθεί σε ύψος μέχρι 15 cm.

Είναι πρώτη πηγή γύρης για τις μέλισσες και δίνει κίτρινη γύρη και πορτοκαλί μέλι.

Όλα τα μέρη του φυτού είναι δηλητηριώδη, ιδιαίτερα τα φύλλα και ο φλοιός.

0

Τρίτη 24 Σεπτεμβρίου 2019

Ptilostemon gnaphaloides, (L.) Less. subsp. pseudofruticosus, (Pamp.) Greuter




Κοινή ονομασία: Πτιλόστεμο το γναφαλοϊδές υποείδος ο φευδοθαμνώδης
Οικογένεια: Asteraceae
Συνώνυμα: Ptilostemon gnaphaloides (Cyr.) Soják subsp. pseudofructicosus (Pamp.) Greuter - Cirsium chamaepeuce (L.) Ten., - Chamaepeuce fruticosa (Desf.) DC.
Περιγραφή: Μικρός θάμνος με ύψος μέχρι 1 μέτρο και χνουδωτούς ανθοφόρους βλαστούς. Τα φύλλα είναι γραμμοειδή με πυκνό άσπρο χνούδι στην κάτω επιφάνεια. Αυτά της βάσης είναι ελαφρώς διευρυμένα, μυτερά και μικρότερα από τα υπόλοιπα. Ανθίζει από τον Απρίλιο μέχρι τον Ιούλιο
Βιότοπος: Απαντάται σε βραχώδεις θέσεις που βρίσκονται κοντά σε θάλασσα και ξέφωτα πευκοδασών, πετρώδεις πλαγιές, σχισμές βράχων και κρημνούς έως τα 100 μέτρα Υψόμετρο.
Εξάπλωση - Καταγωγή: Είναι της φυτό ανατολικής Μεσογείου.
Πληροφορίες: το P. Gnaphaloides subsp. speudofruticosus εμφανίζει παρόμοιες οικολογικές απαιτήσεις  με το P. Chamaepeuce.


0

Κυριακή 22 Σεπτεμβρίου 2019

Rhus coriaria, L.


Κοινή ονομασία: Ρους ο βυρσοδεψικός, Σουμάκι, Ρούδι, Βρύσο, Βυρσιά, Tanner's Sumach, Sicilian Sumac
Οικογένεια: Anacardiaceae
Συνώνυμα: Rhus cotinus L. - Toxicodendron coriaria (L.) Kuntze -- Rhus ornifolia Pall. ex Gueldenst
Περιγραφή: Αειθαλής (πιο σπάνια φυλλοβόλος) θάμνος ή μικρό δέντρο έως 3 μέτρα ύψος. Τα φύλλα είναι εναλλασσόμενα, σύνθετα, περιττόληκτα δερματώδη. Τα φυλλάρια είναι ωοειδή έως επιμήκη, με περίμετρο οδοντωτή. Τα άνθη είναι μικρά, 5μερή, τα οποία σχηματίζουν μασχαλιαίες ή ακραίες φόβες 10 εκατοστά. Ανθίζει από Ιούλιο έως Αύγουστο. Ο καρπός είναι δρύπη.
Βιότοπος: Σε περιοχές με υψόμετρο από 800 έως 1400 μέτρα.
Εξάπλωση - Καταγωγή: Απαντάται σε όλη σχεδόν τη Μεσόγειο με το εύρος του είδους να έχει πλέον αναγνωριστεί ως το Τατζικιστάν και το Ουζμπεκιστάν (IUCN, 2007).
Πληροφορίες: Η ονομασία Ρούδι προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη ρους ενώ η ονομασία σουμάκι από την αραβική summaq που σημαίνει κόκκινο. Χρησιμοποιείται ευρέως στην κουζίνα της ανατολής όπου πολλές φορές το χρησιμοποιούν αντί για λεμόνι ή ξύδι. Παλαιότερα χρησιμοποιείτο στην βυρσοδεψία.


0

Σάββατο 21 Απριλίου 2018

Poterium spinosum, L.


Κοινή ονομασίαΣαρκοποτήριο το ακανθώδες, αστοιβή, αφάνα, Αστοιβίδα, Κοκκιναστουβιά, Πίσουρο, Αχυροστοιβάδα, Pricky Burnet, Thorny Burnet, Brushwood.
Οικογένεια: Rosaceae
Συνώνυμα: Pimpinella spinosa (L.) Gaertn. - Sanguisorba spinosa (L.) Bertol. - Sarcopoterium spinosum (L.) Spach


Περιγραφή: Είναι ένας πολυετής χαμηλός, πυκνός και σφαιρικός, πολύκλαδος και ακανθωτός θάμνος έως 60 εκατοστά. Ο βλαστός στην αρχή είναι τριχωτός και αργότερα τα κλαδιά καταλήγουν σε δίχρωμα και χωρίς φύλλα αγκάθια. Τα φύλλα σύνθετα περιτόλυκτα, με 9-15 ωοειδή φυλλάρια (4-6 mm), γυαλιστερά, με λευκό χνούδι στην κάτω πλευρά και γυριστά περιθώρια. Τα άνθη είναι μονογενή, πρασινωπά, σε επιμήκεις ή σφαιροειδής κεφαλές. Στο πάνω μέρος του κεφαλιού είναι θηλυκά και έχουν φτερωτό ρόδινο ή κόκκινο στίγμα. Τα χαμηλότερα από αυτά είναι αρσενικά με πολλούς κίτρινους (10-30) προεξέχοντες στήμονες τα πέταλα απουσιάζουν. Άνθιση Φεβρουάριο έως Απρίλιο. Καρποί μικροί, κόκκινοι και σαρκώδεις.
Βιότοπος: Ασβεστολιθικά ξηρά, φτωχά, άγονα και βραχώδη εδάφη , ακαλλιέργητα χωράφια, έως 500 μέτρα υψόμετρο.
Εξάπλωση - Καταγωγή: Φυτό με περιορισμένη εμβέλεια στις ακτές της Μεσογείου.
Πληροφορίες: Χαρακτηριστικός θάμνος των φρυγανικών οικοσυστημάτων της Ελλάδας.
Ο εποχιακός διμορφισμός των φύλλων του, (μικρά φύλλα το καλοκαίρι, μεγάλα το χειμώνα) επιτρέπει στο φυτό να επιβιώνει σε ξηρό και θερμό περιβάλλον. Αυτό αναφέρεται ως στρατηγική της διαφυγής από την ακραία υδατική καταπόνηση.
 Ολόκληρος ο θάμνος χρησιμοποιείται ως καύσιμο, για την κατασκευή φραχτών και για την κατασκευή σκούπας. Μία από τις πιο αναφερόμενες φαρμακευτικές ενδείξεις είναι η χρήση του φλοιού της ρίζας κατά του διαβήτη. Ο συνδυασμός της κλωνικής και σεξουαλικής αναπαραγωγής του φυτού συμβάλλει στη μακροχρόνια επιβίωση και κυριαρχία του.
Το εκχύλισμα του φυτού, έχει αποτελέσματα που μιμούνται εκείνα της ινσουλίνης και παρέχουν τη βάση για την αντιδιαβητική δραστηριότητα του εκχυλίσματος.
Smirin P 1, Taler D , Abitbol G, Brutman-Barazani T, Kerem Z, Sampson SR, Rosenzweig T. 2010. Sarcopoterium spinosum extract as an antidiabetic agent: in vitro and in vivo study. J Ethnopharmacol. May 4;129(1):10-7. doi: 10.1016/j.jep.2010.02.021. Epub 2010 Feb 26.





0

Σάββατο 24 Μαρτίου 2018

Daphne oleoides, Schreb


Κοινή ονομασία: Δάφνη η ελαιοειδής, χαμολιά, αγριοπυξάρι, λυκόλουρος.
Οικογένεια: Thymelaeaceae
Συνώνυμα: Daphne euboica Rech. f.
Περιγραφή: Αειθαλής, μικρός  θάμνος ύψους 40-70 εκατοστά, με βλαστούς χνουδωτούς καστανοερυθρούς. Τα φύλλα είναι δερματώδη, σε επάκριους ρόδακες αντωοειδή αραιά χνοώδη. Τα άνθη λευκά, συμπτωματικά ροδόχροα από κάτω, σχεδόν επιφυή 3-6  σε επάκριους σπονδύλους. Ο καρπός είναι πορτοκαλόχρωμη δρύπη. Ανθίζει από Απρίλιο έως Ιούλιο.
Βιότοπος: Απαντάται σε βραχώδεις θέσεις στην αλπική και υποαλπική ζώνη, σε ξέφωτα δασών, θαμνώδεις εκτάσεις, σε υψόμετρα πάνω από 900 μέτρα.
Εξάπλωση - Καταγωγή: Σε όλη την ορεινή ηπειρωτική Ελλάδα και στην Κρήτη.  Φυτό της Ν. Ευρώπης, Β. Αφρικής και Ν.Δ. Ασίας μέχρι τα Ιμαλάια.

Πληροφορίες: Δηλητηριώδες φυτό, ακόμη και το άγγιγμα μπορεί να προκαλέσει ερεθισμό.



0

Σάββατο 17 Ιουνίου 2017

Lonicera etrusca, Santi

 Κοινή ονομασία: Λονικέρα η ετρούσκη, αγριοαγιόκλημα, ποντιτζιά, αγιόκλημα, Etruscan Honeysuckle.
Οικογένεια: Caprifoliaceae
Συνώνυμα: 
 
Περιγραφή: Ξυλώδης αναρριχώμενος ημιαειθαλής θάμνος με πολύκλαδους, πορφυρούς βλαστούς μήκους μέχρι 4 μέτρα. Τα φύλλα του είναι απλά αντίθετα, ελλειπτικά, αντωοειδή, χνοώδη σε γλαυκοπράσινο χρώμα. Τα ανώτερα δυο ζεύγη συνήθως περίβλαστα που σχηματίζουν δίσκο. Τα άνθη του είναι ερμαφρόδιτα, εύοσμα, με χρώμα λευκό ως ωχροκίτρινο (μερικές φορές πορφυρό) 10-15 σε ποδισκοφόρο επάκριο κεφάλιο. Ο στύλος και οι στήμονες προεξέχουν της στεφάνης. Ανθίζει από Μάιο έως Ιούλιο.
Βιότοπος: Σε θαμνώνες, πευκοδάση και βραχώδεις θέσεις σε μακκί από 400 έως 1000 μέτρα.
Εξάπλωση - Καταγωγή: Φυτό των παραμεσόγειων περιοχών επεκτεινόμενο μέχρι τον Καύκασο.

Πληροφορίες: Η διαφορά του από το caprifolium είναι η παρουσία ποδίσκου πριν την ταξιανθία. Το όνομα του γένους δόθηκε από τον Λινναίο προς τιμήν του Γερμανού βοτανολόγου Adam Lonitzer (1528-1586).

0

Τετάρτη 14 Ιουνίου 2017

Astragalus angustifolius, Lam

 
 Κοινή ονομασία: Αστράγαλος ο στενόφυλλος, κεντούκλα, μουλοραφάνα, τετράγκαθο, gummifer
Οικογένεια: Fabaceae
Συνώνυμα: 




0

Τρίτη 30 Μαΐου 2017

Ligustrum vulgare, L.

Κοινή ονομασία: Λιγούστρο το κοινό, Αγριομυρτιά, Μυρτολιά, Νεροβεργιά, Common Privet, European Privet.
Οικογένεια: Oleaceae
ΣυνώνυμαLigustrum album Gueldenst. ex Ledeb. - Ligustrum brachystachyum Decne. - Ligustrum decipiens Gand. - Ligustrum insulare Decne. - Ligustrum insulense Decne. - Ligustrum italicum Mill. - Ligustrum lodense Glogau - Ligustrum oviforme Gand. - Ligustrum vicinum Gand. - Olea humilis Salisb.
Περιγραφή: Ημιαειθαλής θάμνος ή μικρό δέντρο που φτάνει και τα 5 μέτρα ύψος. Τα φύλλα είναι έμμισχα, αντίθετα, λογχοειδή, ωοειδή μέχρι ελλειψοειδή, δερματώδη γυαλιστερά από πάνω. Τα άνθη είναι πολυάριθμα, μικρά, εύοσμα, λευκά και σχηματίζουν επάκρια ταξιανθία φόβης. Οι στήμονες είναι δυο. Ο καρπός είναι μικρή μαύρη ράγα 6 περίπου χιλιοστών και ωριμάσει Σεπτέμβριο και Οκτώβριο. Ανθίζει από Απρίλιο έως Ιούνιο.
Βιότοπος: Αυτοφυές σε δάση, ξέφωτα δασών, πλαγιές, πρανή δρόμων και θαμνότοπους σε όλη σχεδόν την Ελλάδα από 300 έως 1200 μέτρα.
Εξάπλωση - Καταγωγή: Απαντάται στην Ευρώπη, Β. Αφρική και Α. Ασία.

Πληροφορίες: Μοναδικό είδος του γένους στην Ελλάδα και την Ευρώπη. Από το ξύλο της αγριομυρτιάς κατασκευάζονται διάφορα εργαλεία.


0

Τρίτη 2 Μαΐου 2017

Fumana procumbens, (Dunal) Gren. & Godr.

Κοινή ονομασία: Φουμάνα, Sprawling Needle Sunrose, Fumana
Οικογένεια: Cistaceae
Συνώνυμα: Cistus fumana L. - Cistus nudiflorus Lam. - Fumana nudifolia (Lam.) Janchen - Fumana vulgaris Spach - Helianthemum fumana (L.) Mill. - Helianthemum procumbens Dunal.
Περιγραφή: Πολυετής μικρός θάμνος, με βλαστούς 10-30 εκατοστά ύψος, όρθιοι, κατακείμενοι ή ανερχόμενοι, τριχωτοί, αποξυλωμένοι στη βάση. Ανώτερα φύλλα κατ’ εναλλαγή, στενά, γραμμοειδή, πευκοειδή, χωρίς παράφυλλα. Άνθη μονήρη στις μασχάλες των φύλλων, κίτρινα, μικρά με 5 πέταλα. Κάλυκας με 5 σέπαλα, τα 2 εξωτερικά μικρά, τα 3 εσωτερικά μεγάλα, μεμβρανώδη, με προεξέχοντα νεύρα. Πολυάριθμοι στήμονες, εξωτερικοί χωρίς ανθήρες. Ωοθήκη επιφυής. Ο καρπός είναι κάψα. Ανθίζει Μάιο και Ιούνιο.

Βιότοπος: Αναπτύσσεται σε βραχώδεις πλαγιές, ασβεστόλιθικούς βράχους και σάρες, έως τα 1300 μέτρα.
Εξάπλωση - Καταγωγή: Νότια και δυτική Ευρώπη, Βαλτική, Μικρά Ασία, Ιράν.

Πληροφορίες: Τα άνθη εμφανίζονται μόνο λίγες ώρες. Φώτο από Πάπιγκο.



0

Πέμπτη 29 Σεπτεμβρίου 2016

Erica forskalii, Vitman

 Κοινή ονομασία: Ερείκη η σπονδυλωτή, Ρείκι, σουσούρα, πυρένι, κόκκινο ρείκι, χαμορείκι, autumn heather.
Οικογένεια: Ericaceae
Συνώνυμα: Erica manipuliflora Salisb.

Περιγραφή:  Αειθαλής θάμνος, χωρίς συμπαγής κόμη, όρθια με ύψος 1-3 μέτρα. Τα φύλλα του είναι μικρά, άμισχα, δερματώδη αυλακωτά στην κάτω επιφάνεια, επιμήκη-ελλειψοειδή και φύονται σε σπονδύλους 3-4 μαζί. Τα άνθη αρωματικά με ανοιχτό ρόδινο χρώμα που μοιάζουν σαν μικροσκοπικές καμπάνες. Το φυτό εμφανίζει πλούσια ανθοφορία το φθινόπωρο.
Βιότοπος: Φύεται με άλλα φρύγανα στην μακκία βλάστηση και προτιμά τα ασβεστώδη εδάφη έως τα 1100 μέτρα.
Εξάπλωση - Καταγωγή: Απαντάται σε ολόκληρη την Μεσόγειο έως και την Ανατολική Αφρική
Πληροφορίες: Έχει ιδιαίτερη καλλωπιστική αξία, προτιμά ηλιόλουστες τοποθεσίες και όξινα εδάφη. Είναι πολύ ανθεκτικό στην ξηρασία και στις χαμηλές θερμοκρασίες. Το γένος Erica περιλαμβάνει περισσότερα από 500 είδη. Ορισμένα από αυτά είναι ιθαγενή της Ευρώπης αλλά και της χώρας μας. Είναι από τα πλέον διαδεδομένα μελισσοκομικά φυτά και το μέλι  που παράγεται είναι εξαιρετικής ποιότητας.




0



Οι φωτογραφίες είναι ιδιοκτησία των συντακτών του phytologio.blogspot.com. Μπορείτε να εκτυπώσετε φωτογραφίες για προσωπική χρήση, υπό την προϋπόθεση ότι το λογότυπο δεν θα απομακρύνεται. Σε εργασίες και παρουσιάσεις θα γίνεται αναφορά στην ιστοσελίδα μας. Εάν σας ενδιαφέρει να χρησιμοποιήσετε καποια φωτογραφία σε μια δημοσίευση, παρακαλούμε επικοινωνήστε μαζί μας.

Από το Blogger.

Ετικέτες

Φυτά ( 250 ) Φαρμακευτικά ( 134 ) Κηποτεχνία ( 99 ) Μελισσοκομικά ( 59 ) Θάμνοι ( 44 ) Ζιζάνια ( 40 ) Εδώδιμα ( 32 ) Asteraceae ( 26 ) Αρωματικά ( 26 ) Lamiaceae ( 25 ) Βιοφυτοφάρμακα ( 24 ) Τοπία ( 22 ) Χασμόφυτα ( 22 ) Μανιτάρια ( 17 ) Brassicaceae ( 16 ) Υδρόβια ( 15 ) Ενδημικά ( 14 ) Boraginaceae ( 13 ) Ορχιδέες ( 12 ) Fabaceae ( 10 ) Ranunculaceae ( 8 ) Rosaceae ( 8 ) Δένδρα ( 8 ) Euphorbiaceae ( 7 ) Apiaceae ( 6 ) Campanulaceae ( 6 ) Hypericaceae ( 6 ) Papaveraceae ( 6 ) Plantaginaceae ( 6 ) Παράσιτα ( 6 ) Amaryllidaceae ( 5 ) Caryophyllaceae ( 5 ) Iridaceae ( 5 ) Scrophulariaceae ( 5 ) Anacardiaceae ( 4 ) Caprifoliaceae ( 4 ) Liliaceae ( 4 ) Orobanchaceae ( 4 ) Asphodelaceae ( 3 ) Geraniaceae ( 3 ) Malvaceae ( 3 ) Urticaceae ( 3 ) Αλλόχθονα ( 3 ) Αρθρογραφία ( 3 ) Amanitaceae ( 2 ) Araceae ( 2 ) Asparagaceae ( 2 ) Crassulaceae ( 2 ) Cyperaceae ( 2 ) Ericaceae ( 2 ) Gentianaceae ( 2 ) Oleaceae ( 2 ) Oxalidaceae ( 2 ) Paeoniaceae ( 2 ) Plumbaginaceae ( 2 ) Polygonaceae ( 2 ) Rubiaceae ( 2 ) Sapindaceae ( 2 ) Thymelaeaceae ( 2 ) Υπερσυσσωρευτές ( 2 ) Acanthaceae ( 1 ) Adoxaceae ( 1 ) Aristolochiaceae ( 1 ) Bankeraceae ( 1 ) Boletaceae ( 1 ) Buxaceae ( 1 ) Cactaceae ( 1 ) Capparaceae ( 1 ) Cistaceae ( 1 ) Colchicaceae ( 1 ) Convolvulaceae ( 1 ) Cornaceae ( 1 ) Cucurbitaceae ( 1 ) Fistulinaceae ( 1 ) Ganodermataceae ( 1 ) Gesneriaceae ( 1 ) Hericiaceae ( 1 ) Hydrophyllaceae ( 1 ) Lentibulariaceae ( 1 ) Linaceae ( 1 ) Lobariaceae ( 1 ) Morchellaceae ( 1 ) Morinaceae ( 1 ) Onagraceae ( 1 ) Phallaceae ( 1 ) Pinaceae ( 1 ) Poaceae ( 1 ) Primulaceae ( 1 ) Rafflesiaceae ( 1 ) Resedaceae ( 1 ) Rhamnaceae ( 1 ) Smilacaceae ( 1 ) Tamaricaceae ( 1 ) Typhaceae ( 1 ) Verbenaceae ( 1 ) Violaceae ( 1 ) Viscaceae ( 1 ) Βρύα ( 1 ) Κτηνοτροφικά. ( 1 ) Λειχήνες ( 1 ) Πτεριδόφυτα ( 1 ) Σαρκοφάγα ( 1 )

Αναγνώστες

Popular Posts

Translate

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Συνολικές προβολές σελίδας