Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ζιζάνια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ζιζάνια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 9 Μαΐου 2021

Papaver somniferum, L.

 

Κοινή ονομασία: Μήκων η υπνοφόρος, Παπαρούνα, Ύπνος, Αφιόνι, White Poppy, dormideira-brava, amapolona, almidera

Οικογένεια: Papaveraceae

Συνώνυμα: Papaver album Mill. - Papaver hortense Hussenotnomilleg. - Papaver officinale C. C. Gmel. - Papaver somniferum subsp. hortense Arcang. - Papaver somniferum subsp. nigrum (DC.) Thell. - Papaver somniferum subsp. nigrum Schübl. GMartens


Περιγραφή: Είναι ετήσιο ή διετές ποώδες φυτό με ύψους 60 ± 150 εκατοστά. Οι βλαστοί είναι όρθιοι, λαμπεροί, μερικές φορές με λίγες τρίχες σπάνια διακλαδιζόμενοι. Τα φύλλα είναι μεγάλα όρθια, ωοειδή έως επιμήκη, οδοντωτά στη βάση, με βαθιές εγκολπώσεις τα κατώτερα. Άνθη σε μακριούς μίσχους, μεγάλα, μονήρη με 4, 8, πέταλα εύπτωτα, λευκά έως μοβ, γαλάζια ή κόκκινα, μήκους 5 7 εκατοστά. Σέπαλα δύο, γυαλιστερά, με μπουμπούκια που κρέμονται. Υπάρχουν πολυάριθμοι στήμονες με λευκά νήματα και σκούρους ανθήρες. Η ωοθήκη επιφυής, πολυκαρπική, χωρίς στύλο και καλύπτεται από έναν στιγματικό δίσκο χωρισμένο σε 8 ÷ 12 λοβούς. Ανθίζει σχεδόν όλο το χρόνο σε τροπικές περιοχές, ενώ αλλού την άνοιξη και το καλοκαίρι. Ο καρπός είναι κάψα, ωοειδής έως σφαιρική, υαλώδης, μήκους 4, 6 εκατοστά, και διαμέτρου 3,5, 4 εκατοστά.

Βιότοπος: Καλλιεργείται στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, τη Μικρά Ασία και τη Νοτιοανατολική Ασία, σε όλο τον κόσμο σε διαφορετικές ποικιλίες τόσο ως διακοσμητικό όσο και ως έλαιο. Προτιμά εδάφη πλούσια σε ασβέστιο, που βρίσκονται σε ηλιόλουστες περιοχές. 0 ÷ 1.500 m dl, έως 1300 μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας.

Εξάπλωση – Καταγωγή: Φυτό της παραμεσόγειας ζώνης αλλά με επεκτάσεις στα βόρεια και ανατολικά (Ζώνη της αμπέλου, Χάρτης από The Euro+Med PlantBase), Σήμερα σχεδόν όλες τις περιοχές του κόσμου.

Πληροφορίες: Το φυτό καλλιεργείται εμπορικά σε πολλά μέρη του κόσμου, κυρίως στην Ινδία, το Αφγανιστάν, την Κίνα, την Αίγυπτο, το ασιατικό τμήμα της Τουρκίας, το Ιράν, τη νοτιοανατολική Ευρώπη, το Νεπάλ και το Μιανμάρ. Η παπαρούνα και το όπιο έχουν χρησιμοποιηθεί από αμνημονεύτων χρόνων. Το γαλακτώδες εξίδρωμα ή το λατέξ ονομάστηκε opion από τους αρχαίους Έλληνες, προερχόμενο από την λέξη οπός που σημαίνει χυμός, που αργότερα έγινε όπιον το σύγχρονο όνομά του. Το όπιο είναι το αποξηραμένο λατέξ και η δρόγη της παπαρούνας είναι το αποξηραμένο φυτό εκτός από τους σπόρους. Τα εκχυλίσματα της παπαρούνας χρησιμοποιήθηκαν για να εξουδετερώσουν τον πόνο της χειρουργικής επέμβασης κατά τα αρχαία χρόνια, και συνδυάστηκαν επίσης με άλλα φυτικά εκχυλίσματα με ηρεμιστικές ιδιότητες, ως μια πρωτόγονη μορφή αναισθησίας. Τα περισσότερα από αυτά τα ηρεμιστικά φυτά ανήκουν στη βοτανική οικογένεια, Solanaceae. Οι Ρωμαίοι γνώριζαν επίσης ότι η αναισθητική δύναμη των φυτών Solanaceae αυξήθηκε όταν συνδυάστηκαν με εκχυλίσματα από την παπαρούνα. Τον 16ο και 17ο αιώνα στην Ευρώπη, τα παρασκευάσματα οπίου διατέθηκαν στην αγορά ως σκόνη από τους Laudanum και Dover και χρησιμοποιήθηκαν ευρέως για την ανακούφιση του πόνου.

Unani γιατροί χρησιμοποιούν το όπιο για τη θεραπεία μέτριου έως σοβαρού πόνου πλευρίτιδας, ισχιαλγίας και αρθρίτιδας, χρόνιου κρυολογήματος, βήχα λόγω ερεθισμού των νεύρων, οφθαλμίτιδας και χρόνιας δυσεντερίας. Είναι επίσης χρήσιμο στην πρόωρη εκσπερμάτωση, αιματηρή και διώδη μηνιγγίτιδα, μελαγχολία και σχιζοφρένεια. Η κάψα και οι σπόροι περιέχουν ένα μεγάλο ποσοστό σταθερού ελαίου, ανοιχτόχρυσου χρώματος, ευχάριστης οσμής, στεγνώνει εύκολα και χρησιμοποιήθηκε ως τροφή ή καύση σε λαμπτήρες. Πριν από περισσότερα από 200 χρόνια, μεταξύ 1803 και 1805, η φαρμακολογικά δραστική καθαρή ένωση, η μορφίνη, απομονώθηκε από τον Γερμανό φαρμακοποιό, Friedrich Sertürner, από λοβό καρπού παπαρούνας και πιστεύεται ότι είναι η πρώτη απομόνωση ενός δραστικού συστατικού από φυτική πηγή.

Για τις φαρμακευτικές της ιδιότητες, η παπαρούνα χρησιμοποιείται από την προϊστορική εποχή στην Ελλάδα ως φάρμακο ηρεμιστικό, υπνωτικό, καταπραϋντικό. Δραστικές Ουσίες: Μορφίνη, ναρκωτίνη, κωδεϊνη, παπαβερίνη, θηβαΐνη, ναρκεΐνη (αλκαλοειδή του οπίου, δηλαδή του γαλακτώδους πηχτού χυμού, που παράγεται όταν χαράζονται οι κάψες του φυτού και ξηραίνεται στον αέρα), ρητίνη, λίπη, κηρός, λεύκωμα.

Akbar S. (2020) Papaver somniferum L. (Papaveraceae). In: Handbook of 200 Medicinal Plants. Springer, Cham. https://doi.org/10.1007/978-3-030-16807-0_142





0

Σάββατο 14 Απριλίου 2018

Oxalis pes-caprae, L. var. pleniflora Lowe

Κοινή ονομασίαΟξαλίδα, ξινήθρα, ξινοτρίφυλλο, ξυνάκι, ξυνίδα, Bermuda Buttercup, Sorrel.
Οικογένεια: Oxalidaceae
ΣυνώνυμαOxalis grandiflora Arechav. - Oxalis cernua - Thunb.
Περιγραφή: Πολυετής πόα με βολβούς και αραιές τρίχες, χωρίς εμφανή βλαστό έως τα 30 εκατοστά ύψος. Αποτελεί ποικιλία του Oxalis pes-caprae. Τα άνθη έχουν φωτεινό κίτρινο πορφυρό-κίτρινο χρώμα και φύονται σε ταξιανθία σκιάδιου ψηλότερα από το υπόλοιπο φυτό, χάρη στους μακριούς βλαστούς. Τα φύλλα μοιάζουν πολύ με αυτά του τριφυλλιού, φύονται κοντά στη βάση, έχουν μακρύ μίσχο και το έλασμα χωρίζεται σε τρία μικρά καρδιόσχημα φυλλάρια. Ανθίζει από: Νοέμβριο έως Μάιος.
Βιότοπος:  Καλλιέργειες και χέρσα υγρά χωράφια έως τα 600 μέτρα. Δυσκολοεξώντοτο ζιζάνιο σε ελαιώνες και άλλε πολυετής καλλιέργειες σχηματίζοντας μεγάλους πληθυσμούς.
Εξάπλωση - Καταγωγή: Επιγενές – αλλόχθονο φυτό με καταγωγή από την Νότια Αφρική, που έχει καταλάβει σχεδόν όλη την Μεσογειακή λεκάνη, εισερχόμενο πριν από περίπου 200 χρόνια.

Πληροφορίες:  Το όνομα του γένους προέρχεται από τις ελληνικές "oxys" = "οξύ" και "sal" = "αλάτι" που σχετίζεται με την ξινή γεύση του φυτού γιατί περιέχει μεγάλες ποσότητες οξαλικού οξέος δεσμευμένο σε μορφή άλατος και ανθρακινόνες. Το όνομα του είδους (pes-caprae = πόδι της αίγας) αναφέρεται στη ρίζα που μοιάζει με την οπλή της αν και πολλοί υποστηρίζουν ότι μοιάζει με το σχήμα του φύλλου. Η οξαλίδα έχει αλληλοπαθητική δράση έναντι άλλων ζιζανίων που απαντόνται στους αμπελώνες και τους ελαιώνες όπως η Paritaria sp., Amaranthus sp., Chenopodium sp.. Η χειμερινή ανθοφορία είναι κάθε χρόνο σταθερή και αποτελεί πλεονέκτημα για την μελισσοκομία αφού προσφέρει γύρη και νέκταρ στις μέλισσες για πρώιμη ανάπτυξη.
0

Σάββατο 31 Μαρτίου 2018

Fumaria capreolata, L.

Κοινή ονομασία: Φουμάρια η αίγαγρος, Φουμαριά, Καπνόχορτο, Αγριοκουφίτης, Καπνιά, Καπνίτης, White Ramping Fumitory.
Οικογένεια: Papaveraceae
Συνώνυμα: Fumaria pallidiflora Jord. - Fumaria platycalyx Pomel - Fumaria speciosa Jord.




0

Παρασκευή 30 Μαρτίου 2018

Sonchus oleraceus, L.


Κοινή ονομασίαΣόγχος ο λαχανώδης, ζοχός, ζοχιά, ντζοχός,  Sowthistle, Common Sowthistle

Οικογένεια: Asteraceae
Συνώνυμα: Sonchus ciliatus Lam. - Sonchus ciliatus var. subbipinnatifidus Guss. - Sonchus lacerus Willd. - Sonchus royleanus DC. - Sonchus subbipinnatifidus (Guss.) Zenari








0

Τετάρτη 21 Μαρτίου 2018

Veronica cymbalaria, Bodard

Κοινή ονομασία: Pale Speedwell, Glandular Speedwell
Οικογένεια: Plantaginaceae
Συνώνυμα: Veronica cuneata Guss. - Veronica cymbalaria Bodard subsp. cymbalaria - Veronica glandulifera Freyn






0

Veronica hederifolia , L.


 Κοινή ονομασίαΒερονίκη η ΚισσόφιλληΒερόνικα, Ivy Leaved Speedwell, Ivyleaf Speedwell.

Οικογένεια: Plantaginaceae
Συνώνυμα: Cardia quadriloba Dulac - Cochlidiosperma hederifolium (L.) Opiz - Veronica lappago Schrank

Περιγραφή: Ετήσια πόα με λεπτούς, διακλαδιζόμενους από την βάση, κατακείμενους βλαστούς μήκους 10 έως 40 εκατοστά. Τα φύλλα είναι πλατιά ωοειδή, τρίλοβα με μεσαίο λοβό μακρύτερο, έντονα τριχωτά. Τα άνθη είναι έμμισχα και εκφύονται μονήρη από τις μασχάλες των φύλλων. Τα πέταλα είναι 4 και παρουσιάζουν μία κάθετη συμμετρία. Το χρώμα τους είναι λευκό-κυανό με σκούρες μπλε ραβδώσεις και λευκό πυρήνα. Ανθίζει από νωρίς την άνοιξη και για όλο το καλοκαίρι. Ο καρπός είναι κάψα με τέσσερις λοβούς.

Βιότοπος: Συνήθως μέσα σε ερείπια, κήπους, δρόμους, τοίχους, σε καλλιεργούμενες εκτάσεις όπου θεωρείται ζιζάνιο (σιτηρά, όσπρια) και διαταραγμένους βιότοπους, έως τα 1800 μέτρα.
Εξάπλωση - Καταγωγή: Φυτό της Ευρασίας με τη στενή έννοια, από την Ευρώπη στην Ιαπωνία. Σήμερα είναι διαδεδομένο στις περισσότερες εύκρατες περιοχές του βόρειου ημισφαιρίου..
Πληροφορίες: Είναι ένα συνηθισμένο φυτό, που έχει μεγάλη ομοιότητα με την Veronica cymbalaria. Τα δύο αυτά είδη συχνά βρίσκονται να φυτρώνουν μαζί.


0

Τρίτη 5 Σεπτεμβρίου 2017

Hibiscus trionum, L.

 Κοινή ονομασία: Ιβίσκος ο τρισχιδής, Ιβίσκος ο τρίονος, Aγριοϊβίσκος, αγριομπαμπακιά, flower of an hour, bladder hibiscus, venice mallow.
Οικογένεια: Malvaceae
Συνώνυμα: Hibiscus ternatus Cav. - Hibiscus dissectus Wall. - Hibiscus vesicarius Cav. - Ketmia trionum (L.) Scop. - Trionum annuum Medik. - Trionum trionum (L.) Wooton & Standl.
Περιγραφή: Ποώδεςετήσιο φυτόύψους 50 εκατοστών με βλαστό τριχωτόκυλινδρικό όρθιο ή ελαφρά κατακείμενοΤα φύλλα είναι κατ ̕ εναλλαγή, έμμισχα, με τρείς συνήθως οδοντωτούς λοβούς, όπου ο κεντρικός είναι μεγαλύτερος. Τα άνθη είναι μεγάλα, έχουν επικαλίκιο, με 5 ωοειδή, χνουδωτά σέπαλα, τα οποία φέρουν καστανοκόκκινες κατακόρυφες ραβδώσεις. Τα πέταλα είναι ωοειδή, λευκά ή ωχροκίτρινα με εμφανείς επιμήκεις νευρώσεις ενώ στην βάση τους έχουν έντονο ιώδες χρώμα. Ο καρπός είναι ωοειδής κάψα. Ανθίζει από το τέλος της Άνοιξης
Βιότοπος: Έχει μεγάλο εύρος κλιματικών και εδαφικών απαιτήσεων γι αυτό και εμφανίζεται ως ζιζάνιο καλλιεργειών. Απαντάται κυρίως σε βαμβάκι, αλλά και σε άλλες ανοιξιάτικες καλλιέργειες, π.χ. ζαχαρότευτλα, κηπευτικά.
Εξάπλωση - Καταγωγή: Κατάγεται απόν την Μέση Ανατολή, και την Νοτιοανατολική Ευρώπη.

Πληροφορίες: Τα άνθη ανοίγουν μόνο για μερικές ώρες το πρωί, αλλά υπάρχουν και ποικιλίες των οποίων τα άνθη τους παραμένουν ανοιχτά μέχρι το βράδυ.
 

0

Τετάρτη 12 Απριλίου 2017

Convolvulus elegantissimus, Mill.

Κοινή ονομασία: Κομβόλβουλος ο κομψότατος, Περικοκλάδα, χωνάκι, χορτάρι του καλόγερου
  
Οικογένεια: Convolvulaceae

Συνώνυμα: Convolvolus tenuissimus Sibth. & Sm. - Convolvolus soldanella L. - Convolvulus althaeoides L. ssp. tenuissimus (Sibth. et Sm.) Stace - Convolvolus argyreus D. C
Περιγραφή: Πολυετές ποώδες φυτό με λεπτούς, χνουδωτούς βλαστούς που έρπουν και αναρριχώνται, από 30 έως 100 εκατοστά. Τα φύλλα είναι αργυρόχρωμα, έμμισχα, τα κατώτερα ωοειδή καρδιόσχημα ελαφρά οδοντωτά και τα ανώτερα παλαμοσχιδή με 7 έως 9 βαθέως επιμήκης γραμμοειδής λοβούς. Τα άνθη είναι μονήρη με ποδίσκο μεγαλύτερο του φύλλου και μικρά βράκτια χαμηλότερα από τον χνουδωτό κάλυκα. Η στεφάνη είναι συμπέταλη (χωνάκι) 3 έως 4 εκατοστά, ρόδινη και λευκή στην βάση.
Βιότοπος: Απαντάται σε καλλιεργειμένους και ακαλλιέργειτους αγρούς, στις παρυφές δρόμων, σε ξηρές περιοχές έως τα 700 μέτρα.
Εξάπλωση - Καταγωγή: Είδος των παραμεσόγειων χωρών, κοινό σε όλη την Ελλάδα.
Πληροφορίες: Το γένος έχει γύρω στα 200 είδη τα περισσότερα από τα οποία είναι αναρριχώμενα φυτά με λευκά ή ροζ λουλούδια σε σχήμα χωνιού.


0

Δευτέρα 30 Μαΐου 2016

Aegonychon purpurocaeruleum, (L.) Holub

Κοινή ονομασίαΒούγλωσσο το κυανοπόρφυρο, Purple Gromwell, Blue Gromwell, pourpre-bleu
Οικογένεια: Boraginaceae
Συνώνυμα: Aegonychon repens (Stokes) S. F. Gray - Buglossoides purpurocaerulea (L.) I. M. Johnst. - Lithospermum lucanum N. Terracc. - Lithospermum purpurocaeruleum L. - Lithospermum repens Stokes - Margarospermum purpurocaeruleum (L.) Opiz
Περιγραφή: Πολυετής πόα με ρίζωμα και πολλούς λεπτούς, αδύνατους, όρθιους βλαστούς μήκους 15-60 (-70) εκατοστών. Όλο το φυτό φέρει μικρές σκληρές τρίχες. Έχει άγονες παραφυάδες κατακείμενες ή κυρτές συχνά ριζοβολημένες στην άκρη. Τα φύλλα είναι λογχοειδή ελλειπτικά οξεία στενούμενα 4-8 εκατοστά μήκος και 0,7-1,5 εκατοστά πλάτος. Κάθε βλαστός έχει 2-3 κυματοειδής ταξιανθίες με 3-8 άνθη η κάθε μία. Η στεφάνη στα άνθη είναι χνουδωτή, στην αρχή ιώδης - πορφυρή και στην συνέχεια φωτεινό κυανό χρώμα. Ο καρπός είναι ωοειδές στρογγυλό, λευκό κάρυο. Ανθίζει από τον Απρίλιο έως τον Ιούνιο.
Βιότοπος: Φύεται διεσπαρμένο σε υγρές τοποθεσίες, ανοιχτά δάση και όρια δασών, πετρώδεις θαμνότοπους από τα 200 έως τα 1000 μέτρα.

Εξάπλωση - Καταγωγή: Ευρέως διαδεδομένο ζιζάνιο, Νότια και Κεντρική Ευρώπη, από το Βέλγιο και την Ισπανία στο νότιο τμήμα της Ουκρανίας και της Ρωσίας, την Υπερκαυκασία, τη Μικρά Ασία και τη Β. Ιράν.
Πληροφορίες: Το Lithospermum purpurocaeruleum είναι φυτό ξενιστής για τα μακροκέρατα σκαθάρια Opsilia molybdaena. Μερικές φορές καλλιεργείται σε κήπους και πάρκα ως καλλωπιστικό φυτό.
 



0

Τρίτη 17 Μαΐου 2016

Crepis rubra, L.

Κοινή ονομασία: Κρεπίς η ερυθρή, πικραλίδα, μαρουλίτσα, Pink Hawksbeard, Red Hawksbeard
Οικογένεια: Asteraceae
Συνώνυμα: Crepis incarnata Vis. - Picris rubra (L.) Lam.
Περιγραφή: Μονοετές ποώδες φυτό με ύψος έως 50 εκατοστά. Τα κατώτερα φύλλα είναι οδοντωτά ή πτεροσχιδή στενότερα στο μίσχο και σχηματίζουν ρόδακα. Τα ανώτερα λογχοειδή ή γραμμοειδή. Τα κεφάλια είναι μονήρη, όλα τα ανθίδια γλωσσοειδή και με ρόδινες ή σπάνια λευκές, αποχρώσεις περίπου 4 εκατοστά διάμετρο. Τα αχαίνια καφέ με μακρύ ράμφος. Ανθίζει από Απρίλιο έως Ιούνιο.
Βιότοπος: Σε πετρώδεις και ηλιόλουστες θέσεις έως τα 1000 μέτρα. Δημιουργεί μεγάλους πληθυσμούς.
Εξάπλωση - Καταγωγή: Μεσογειακό είδος με ευρεία κατανομή,

Πληροφορίες: Η C. rubra είναι το μόνο είδος, από τα περίπου 20, του γένους με ρόδινα άνθη ενώ τα υπόλοιπα έχουν κίτρινα. Χρησιμοποιείται εκτεταμένα σε μπορντούρες και φυσικά αστικά λιβάδια στην κηποτεχνία. Είναι λαχανευόμενο, βρώσιμο είδος







0



Οι φωτογραφίες είναι ιδιοκτησία των συντακτών του phytologio.blogspot.com. Μπορείτε να εκτυπώσετε φωτογραφίες για προσωπική χρήση, υπό την προϋπόθεση ότι το λογότυπο δεν θα απομακρύνεται. Σε εργασίες και παρουσιάσεις θα γίνεται αναφορά στην ιστοσελίδα μας. Εάν σας ενδιαφέρει να χρησιμοποιήσετε καποια φωτογραφία σε μια δημοσίευση, παρακαλούμε επικοινωνήστε μαζί μας.

Από το Blogger.

Ετικέτες

Φυτά ( 250 ) Φαρμακευτικά ( 134 ) Κηποτεχνία ( 99 ) Μελισσοκομικά ( 59 ) Θάμνοι ( 44 ) Ζιζάνια ( 40 ) Εδώδιμα ( 32 ) Asteraceae ( 26 ) Αρωματικά ( 26 ) Lamiaceae ( 25 ) Βιοφυτοφάρμακα ( 24 ) Τοπία ( 22 ) Χασμόφυτα ( 22 ) Μανιτάρια ( 17 ) Brassicaceae ( 16 ) Υδρόβια ( 15 ) Ενδημικά ( 14 ) Boraginaceae ( 13 ) Ορχιδέες ( 12 ) Fabaceae ( 10 ) Ranunculaceae ( 8 ) Rosaceae ( 8 ) Δένδρα ( 8 ) Euphorbiaceae ( 7 ) Apiaceae ( 6 ) Campanulaceae ( 6 ) Hypericaceae ( 6 ) Papaveraceae ( 6 ) Plantaginaceae ( 6 ) Παράσιτα ( 6 ) Amaryllidaceae ( 5 ) Caryophyllaceae ( 5 ) Iridaceae ( 5 ) Scrophulariaceae ( 5 ) Anacardiaceae ( 4 ) Caprifoliaceae ( 4 ) Liliaceae ( 4 ) Orobanchaceae ( 4 ) Asphodelaceae ( 3 ) Geraniaceae ( 3 ) Malvaceae ( 3 ) Urticaceae ( 3 ) Αλλόχθονα ( 3 ) Αρθρογραφία ( 3 ) Amanitaceae ( 2 ) Araceae ( 2 ) Asparagaceae ( 2 ) Crassulaceae ( 2 ) Cyperaceae ( 2 ) Ericaceae ( 2 ) Gentianaceae ( 2 ) Oleaceae ( 2 ) Oxalidaceae ( 2 ) Paeoniaceae ( 2 ) Plumbaginaceae ( 2 ) Polygonaceae ( 2 ) Rubiaceae ( 2 ) Sapindaceae ( 2 ) Thymelaeaceae ( 2 ) Υπερσυσσωρευτές ( 2 ) Acanthaceae ( 1 ) Adoxaceae ( 1 ) Aristolochiaceae ( 1 ) Bankeraceae ( 1 ) Boletaceae ( 1 ) Buxaceae ( 1 ) Cactaceae ( 1 ) Capparaceae ( 1 ) Cistaceae ( 1 ) Colchicaceae ( 1 ) Convolvulaceae ( 1 ) Cornaceae ( 1 ) Cucurbitaceae ( 1 ) Fistulinaceae ( 1 ) Ganodermataceae ( 1 ) Gesneriaceae ( 1 ) Hericiaceae ( 1 ) Hydrophyllaceae ( 1 ) Lentibulariaceae ( 1 ) Linaceae ( 1 ) Lobariaceae ( 1 ) Morchellaceae ( 1 ) Morinaceae ( 1 ) Onagraceae ( 1 ) Phallaceae ( 1 ) Pinaceae ( 1 ) Poaceae ( 1 ) Primulaceae ( 1 ) Rafflesiaceae ( 1 ) Resedaceae ( 1 ) Rhamnaceae ( 1 ) Smilacaceae ( 1 ) Tamaricaceae ( 1 ) Typhaceae ( 1 ) Verbenaceae ( 1 ) Violaceae ( 1 ) Viscaceae ( 1 ) Βρύα ( 1 ) Κτηνοτροφικά. ( 1 ) Λειχήνες ( 1 ) Πτεριδόφυτα ( 1 ) Σαρκοφάγα ( 1 )

Αναγνώστες

Popular Posts

Translate

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Συνολικές προβολές σελίδας